'Ενας σημαντικός πρωτεργάτης της εσπεραντικής κίνησης στην περίοδο 1890-1905 ήταν ο Γάλλος Μαρκήσιος Louis de Beaufront (1855-1935), πραγματικό όνομα Louis Chevreux, ο οποίος για πολλά χρόνια υπήρξε ο πιο δραστήριος προπαγανδιστής της διεθνούς γλώσσας και της εσπεραντικής κίνησης. Ο πρωτοπόρος αυτός Εσπεραντιστής εξέδωσε το 1892 γαλλοεσπεραντικό διδακτικό βιβλίο, ίδρυσε το 1898 το «Σύνδεσμο για την προπαγάνδα της Εσπεράντο», εξέδωσε το δίγλωσσο περιοδικό «L'Espérantiste» (Γαλλικά-Εσπεράντο) και έκανε εμπορική συμφωνία με το φημισμένο γαλλικό εκδοτικό οίκο Hachette για την έκδοση εσπεραντικών βιβλίων.

Η γρήγορη, ευρεία και εντυπωσιακή ανάπτυξη του γαλλικού συλλόγου, με μέλη και από το εξωτερικό (γράφτηκαν σ' αυτόν όλοι σχεδόν οι επιφανείς αλλοδαποί εσπεραντιστές), τον έκαναν πρότυπο για τους άλλους, που άρχισαν να ιδρύονται ο ένας μετά τον άλλον.

Είναι γεγονός ότι ο De Beaufront (φωτ.) πέτυχε να αναμορφώσει την κίνηση και να τη θέσει σε τελείως καινούργια βάση, η οποία με την πάροδο του χρόνου έγινε πιο μεγάλη και πιο ισχυρή. Ήταν αυτός που εναντιώθηκε σε κάθε πρόταση για την αναμόρφωση της γλώσσας και αρνήθηκε κάθε συζήτηση γύρω απ' αυτό το θέμα. Όμως, ο De Beaufront, μονοπώλησε, κατά την περίοδο εκείνη το ρόλο του οργανωτή και ρυθμιστή της ανάπτυξης της Εσπεράντο, και προσέδωσε  στην κίνηση ελιτισμό και τάση για υπερβολή, συγκεντρώνοντας γύρω του πολλά διακεκριμένα μέλη που όμως ποτέ δεν έμαθαν τη γλώσσα σε βάθος. Έτσι, η ιδέα της διεθνούς γλώσσας γινόταν υπόθεση λίγων εκλεκτών και έχανε το ανθρωπιστικό-ιδεολογικό της υπόβαθρο. Για τους λόγους αυτούς άρχισαν να εγείρονται οι πρώτες αμφισβητήσεις για τις πρωτοβουλίες και την εν γένει δραστηριότητα του De Beaufront.

Την αποδυνάμωση του De Beaufront επιτάχυνε η εμφάνιση στο προσκήνιο νέων φλογερών εσπεραντιστών, οι οποίοι κατέχοντες υψηλές θέσεις στη γαλλική κοινωνία, προερχόμενοι κυρίως από την πανεπιστημιακή κοινότητα, έδωσαν μια άλλη διάσταση στην εσπεραντική κίνηση. Μεταξύ αυτών οι: Hippolyte Sébert (1839-1930, στρατηγός, ακαδημαϊκός, παγκόσμια αυθεντία στη Βαλιστική, Διοικητής της Λεγεώνος της Τιμής), Emile Boirac (1851-1917, καθηγητής φιλοσοφίας, πρύτανης των πανεπιστημίων Grenoble και Dijon), Carlo Bourlet (1866-1913, καθηγητής πανεπιστημίου, μηχανικής–μαθηματικών), Charles Méray (1835-1911, καθηγητής πανεπιστημίου, μαθηματικών, ακαδημαϊκός),  Théophile Cart (1855-1931, καθηγητής πανεπιστημίου, γλωσσολογίας),  Gaston Moch (1859-1948, ειρηνιστής, αξιωματικός, συγγραφέας), Charles Lambert (1866-1943, γλωσσολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου, γαλλικής φιλολογίας), Albert Offret (1857-1917, καθηγητής πανεπιστημίου, ορυκτολογίας), Emile Javal (1839-1907, οφθαλμίατρος, βουλευτής, ακαδημαϊκός)  και πολλοί άλλοι.

                       

                            Η. Sébert                                 E. Boirac                              C. Bourlet

Ο De Beaufront, παραγκωνισμένος πλέον, με πληγωμένο  τον εγωισμό του, επεξεργάστηκε ένα δικό του σχέδιο διεθνούς γλώσσας, βασισμένο στην Εσπεράντο, το οποίο ονόμασε Ido, λέξη που στην Eσπεράντο σημαίνει “απόγονος”. Το σχέδιο αυτό το παρουσίασε το 1908.

Αυτό βεβαίως προκάλεσε τη δυσαρέσκεια και την αντίδραση των εσπεραντιστών σε όλο τον κόσμο. Ελάχιστοι ακολούθησαν τον De Βeaufront σε μία νέα κίνηση για τη γλώσσα Ido, υπήρξε για μικρό χρονικό διάστημα μία ένταση και κάποια διαμάχη μεταξύ των δύο πλευρών, που σύντομα έσβησε, αφήνοντας αλώβητη την παγκόσμια εσπεραντική κίνηση, που ολοένα εξαπλωνόταν.

Κυρίαρχη, πρωταγωνιστική μορφή, αυτή την εποχή εναντίον  κάθε  προσπάθειας  αλλοίωσης  και  αναμόρφωσης  της  γλώσσας τού Ζάμενχοφ,  ήταν ο Γάλλος, καθηγητής γλώσσολογίας, Théophile Cart (1855-1931). Πολύγλωσσος  (επτά γλώσσες), με σπουδές σε  Παρίσι, Βερολίνο, Ρώμη και Βασιλεία, καθηγητής στα πανεπιστήμια Παρισίων και Ουψάλας, μέλος της «Λεγεώνος της Τιμής», πρόεδρος του «Γλωσσολογικού Συνδέσμου Παρισίων» και πρόεδρος της «Ακαδημίας της  Εσπεράντο» (1920). Για τον πολύχρονο και επίπονο εσπεραντικό αγώνα του, δικαίως οι εσπεραντιστές τον αποκάλεσαν  “Δεύτερο πατέρα της Εσπεράντο”. 

                                                   Ο Th. Cart σε χαρακηριστικό σκίτσο της εποχής (1912).

Στο μεταξύ, ο Λ.Λ. Ζάμενχοφ παρακολουθώντας ικανοποι-ημένος την ευρύτερη αποδοχή και την ανάπτυξη που σημείωνε η κίνηση, χωρίς ο ίδιος να πρωταγωνιστεί σ' αυτόν τον τομέα, συνέχιζε την προσπάθεια του πάνω στο καθαρά γλωσσικό μέρος. Έτσι το 1903, αφού συγκέντρωσε το μέχρι το 1900 αξιολογότερο λογοτεχνικό υλικό (δικό του και άλλων) εξέδωσε ένα μνημειώδες έργο, στο Παρίσι, από τον γαλλικό εκδοτικό Hachette, το «Θεμελιώδης Χρηστομάθεια» (Fundamenta Krestomatio), που περιελάμβανε αυστηρά επιλεγμένη ύλη, 70 ποιήματα (πρωτότυπα και μεταφρασμένα), ασκήσεις, αναγνώσματα, μύθους, ανέκδοτα, αξιόλογα, από πλευράς λογοτεχνικής, άρθρα για την Εσπεράντο κ.ά.

Παράλληλα, την εποχή εκείνη έκαναν την εμφάνισή τους διάφορα εσπεραντικά περιοδικά, πολύ αξιόλογα από πλευράς ύλης, όπως το «Esperanto» στη Γιάλτα,  το «Rusa Esperantisto» (Ρώσος Eσπεραντιστής) στην Αγία Πετρούπολη, το «La Revuo» (Η Eπιθεώρηση)  στο Παρίσι από τον εκδοτικό οίκο Hachette κ.ά. Tο τελευταίο μάλιστα είναι το πρώτο πολιτιστικό-λογοτεχνικό περιοδικό της Κίνησης.

Το τέλος της περιόδου αυτής (1887-1905) βρήκε την Εσπεράντο με πολλά ενθαρρυντικά για το μέλλον της αποτελέσματα. Παντού σχεδόν είχαν ιδρυθεί εσπεραντικοί σύλλογοι και είχαν εκδοθεί καινούργια περιοδικά. Λογοτεχνικά έργα (ποίηση–πεζογραφία) δημοσιεύθηκαν σε μεγάλο αριθμό, καθώς και διδα- κτικά βιβλία και λεξικά σε 26 γλώσσες.

Η έκρηξη της εσπεραντικής κίνησης κατά την περίοδο αυτή, που δίκαια ονομάστηκε  «Γαλλική», συνετέλεσε στην ευρεία διάδοση και ανάπτυξη της Εσπεράντο στη Δύση και στον υπόλοιπο κόσμο. Μέσα στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, σ' όλη την Ευρώπη (και στην Ελλάδα) άρχισαν να εμφανίζονται, ο ένας μετά τον άλλο, νέοι σύλλογοι και ακολούθησαν αρκετοί ακόμα στις Η.Π.Α., Καναδά, Χιλή, Περού, Κολομβία, Σιβηρία, Μογγολία, Ιαπωνία, Κίνα, Ινδία, Αυστραλία, Νοτιοαφρικανική Ένωση και αλλού.

Ο απόηχος της έντονης εσπεραντικής δραστηριότητας απλώθηκε σταδιακά, με αποτέλεσμα σιγά σιγά σε διάφορες χώρες να ευαισθητοποιούνται διακεκριμένοι άνθρωποι των γραμμάτων.  Χαρακτηριστική είναι, η αποδοχή και υποστήριξη της Εσπεράντο από τον Ιούλιο Βέρν, που δεν δίστασε να δηλώσει πως: «Το κλειδί της κοινής γλώσσας που χάθηκε στον πύργο της Bαβέλ, μπορεί να ξαναφτιαχτεί μόνο με τη χρήση της Εσπεράντο». Σημειωτέον, ότι ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος του εσπεραντικού συλλόγου της πόλης του, Amiens.

Επακόλουθο όλης αυτής της ανάπτυξης και διάδοσης της διεθνούς γλώσσας, ήταν η διοργάνωση της πρώτης Διεθνούς Εσπεραντικής Συνάντησης, στην οποία πρωτομιλήθηκε δημοσίως και ευρέως μόνο η Εσπεράντο. Την προσπάθεια αυτή αποτόλμησε, το 1903,  η εσπεραντική ομάδα της Le Havre της Γαλλίας.

Η εμπειρία απ' αυτή την πρώτη εκδήλωση υπήρξε θετική και τον αμέσως επόμενο χρόνο (1904) επαναλήφθηκε σε ευρύτερη βάση στο Calais της Γαλλίας, με πρωτοβουλία των εσπεραντικών ομάδων του Calais και του Dover, και με τη συμμετοχή 200 περίπου εσπεραντιστών από Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία, Βέλγιο, Αυστρία και Τσεχοσλοβακία.

Η επιτυχία της Συνάντησης αυτής και ο ενθουσιασμός που προκάλεσε οδήγησε στη διοργάνωση, τον αμέσως επόμενο χρόνο (1905), του 1ου επίσημου Παγκόσμιου Εσπεραντικού Συνεδρίου, που φιλοξενήθηκε τη γαλλική πόλη Boulogne-sur-Mer.

1905. 1ο Εσπεραντικό Συνέδριο (Boulogne-sur-Mer, Γαλλία).
Στην 1η σειρά, στο κέντρο ο Λ. Λ. Ζάμενχοφ.

Το συνέδριο αυτό, στο οποίο συμμετείχον 688 εσπεραντιστές, αριθμός εκπληκτικός για την εποχή εκείνη, πέτυχε τους στόχους του, καθώς σ' αυτό έγινε αποδεκτή η «Διακήρυξη περί της έννοιας του Eσπεραντισμού», επισημοποιήθηκε ως μοντέλο της γλώσσας το έργο «Θεμέλιο της Εσπεράντο» και εκλέχθηκαν ορισμένα όργανα με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, που αποτέλεσαν την αρχή της πλατιάς, οργανωμένης και ταχύτατα αναπτυσσόμενης παγκόσμιας κίνησης.

Τα Όργανα αυτά στη συνέχεια μετεξελίχθηκαν, έτσι, ώστε αποτελούν ακόμα και σήμερα τους κύριους άξονες της λειτουργικής δομής του Παγκόσμιου Εσπεραντικού Συνδέσμου.

Έτσι, με τη λήξη του συνεδρίου, είχαν συσταθεί τα δύο κύρια όργανα της κίνησης, η Οργανωτική Επιτροπή, με πρόεδρο το στρατηγό H. Sébert, και η Γλωσσική Επιτροπή, με πρόεδρο τον πρύτανη των πανεπιστημίων της Grenoble και της Dijon, Emile Boirac. Σ' αυτή την Επιτροπή συμμετείχε και o Έλληνας εσπεραντιστής Δρ. Εμμανουήλ Δραγούμης.

Επιπλέον, για τις πρακτικές ανάγκες της λειτουργίας των δύο αυτών επιτροπών, δημιουργήθηκε στο Παρίσι το Κεντρικό Γραφείο, το οποίο λειτούργησε από προσωπικό και μόνο ενδιαφέρον και χάρη στις διοικητικές ικανότητες του στρατηγού Sébert. Αυτό το Κεντρικό Γραφείο διατηρήθηκε μέχρι το 1922, οπότε καταργήθηκε με τη Συνθήκη του Ελσίνκι και η πλούσια βιβλιοθήκη του παραχωρήθηκε και ενσωματώθηκε στη μεγάλη βιβλιοθήκη του Εμπορικού Επιμελητηρίου των Παρισίων.

Είναι γεγονός ότι το Γραφείο αυτό συνετέλεσε στο να συνειδητοποιήσουν οι εσπεραντιστές την ανάγκη δημιουργίας κάποιας σταθερής και μόνιμης έδρας για την κίνηση. 

 

1907. Η “Γλωσσική Επιτροπή” (μερικά από τα μέλη της).
Στη μέση, δεύτερη σειρά, ο Λ. Λ
. Ζάμενχοφ.

Το πετυχημένο αυτό πρώτο συνέδριο, ακολούθησε, τον αμέσως επόμενο χρόνο (1906), το 2ο Παγκόσμιο Εσπεραντικό Συνέδριο, που έγινε στη Γενεύη και στο οποίο συμμετείχε ο εκπληκτικός αριθμός 1.200 συνέδρων.

Στο συνέδριο αυτό αποφασίστηκε να χρησιμοποιείται πλέον η Εσπεράντο, ως επίσημη γλώσσα όλων των συνεδρίων, να οριστικοποιηθεί η Γλωσσική Επιτροπή, να  οριστικοποιηθεί και να μετονομαστεί η Οργανωτική Επιτροπή σε Μόνιμη Επιτροπή Συνεδρίων.

Μετά από πρόταση του ίδιου του Ζάμενχοφ, επισήμως αποφασίστηκε στα μελλοντικά εσπεραντικά συνέδρια να τηρείται απόλυτη ουδετερότητα, δηλαδή, να απαγορεύονται οι συζητήσεις για θέματα θρησκευτικά, πολιτικά, κοινωνικά κ.ά.

Στο μεταξύ, τον προηγούμενο χρόνο (1905), ο νεαρός Γάλλος Paul Berthelot, είχε αρχίσει να εκδίδει στη Γενεύη το περιοδικό «Esperanto-journal». Με τη λήξη του συνεδρίου, στην πόλη αυτή, τη γενέτειρά του, ο 19χρονος Ελβετός Hector Hodler ανέλαβε τη συνέχιση της σύνταξης και έκδοσης του περιοδικού αυτού, που, από τον Ιανουάριο του 1907, κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Εsperanto», τίτλος που ισχύει μέχρι σήμερα για το ίδιο περιοδικό που μέχρι τώρα αποτελεί το επίσημο όργανο του Παγκόσμιου Εσπεραντικού Συνδέσμου.

Τον επόμενο χρόνο (1907) το 3ο Παγκόσμιο Εσπεραντικό Συνέδριο το φιλοξένησε η Μ. Βρετανία, στο Cambridge, υπό την προεδρία του συνταγματάρχη John Pollen, όπου για πρώτη φορά παρευρέθηκε επίσημα εκπρόσωπος κράτους (Βέλγιο).  Στο συνέδριο εκείνο συμμετειχαν 1.317 σύνεδροι. Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου έγινε επίσημα δεκτός στο δημαρχιακό μέγαρο της πόλης. Μετά το τέλος τού συνεδρίου ο Λ. Λ. Ζάμενχοφ προσκλήθηκε επισήμως και στο δημαρχιακό μέγαρο του Λονδίνου Guildhall, όπου έγινε δεκτός με πολύ ενθουσιασμό από τον κόσμο και εκφώνησε τη μνημειώδη ομιλία του, με θέμα «Εσπεράντο και Πατριωτισμός».

      

Ο Λ. Λ. Ζάμενχοφ με τον Δήμαρχο του Cambridge, Stace.

O Λ. Λ. Ζάμενχοφ έξω από το Δημαρχιακό Μέγαρο.

Η διεθνοποίηση της Εσπεράντο είχε επιτευχθεί και η οργάνωσή της πλέον είχε δρομολογηθεί. Τον επόμενο χρόνο (1908) με την ίδρυση του Παγκόσμιου Εσπεραντικού Συνδέσμου στη Γενεύη από το νεαρό Ελβετό Ηector Hodler (1887-1920) (φωτ.) άνοιξε η νέα περίοδος της σύγχρονης, άριστα οργανωμένης παγκόσμιας εσπεραντικής κίνησης.

Τότε, οριστικοποιήθηκε και το όνομα της γλώσσας του Ζάμενχοφ σε «Εσπεράντο». Ο ίδιος ο Ζάμενχοφ όταν την παρουσίασε, το 1887, την αποκάλεσε «Διεθνή Γλώσσα». Όμως, αρκετοί εσπεραντιστές προτιμούσαν να την ονομάζουν «Εσπεράντο», τη λέξη που προερχόταν από το ψευδώνυμο του  δημιουργού της, «Dr. Esperanto» (Ο Γιατρός που ελπίζει). Παρ' ότι η λέξη αυτή, στα πρώτα χρόνια παρέμεινε ως συγγραφικό ψευδώνυμο του Λ.Λ. Ζάμεχοφ, ο ίδιος άρχισε να τη χρησιμοποιεί ως όνομα της γλώσσας του, ήδη από το 1889.  Πάντως, από τις διάφορες εκδόσεις, τόσο του ιδίου του Ζάμενχοφ, όσο και των λογίων εσπεραντιστών συμπεραίνεται ότι κατά την πρώτη εκείνη περίοδο η εκλογή του ονόματος της γλώσσας εξαρτιόταν από την προσωπική επιθυμία του κάθε συγγραφέα και εκδότη. Πάντως, στα επόμενα χρόνια ο όρος «Εσπεράντο» γενικεύθηκε και τελικά επικράτησε, ως ο μόνος κατάλληλος για τη Γλώσσα του Ζάμενχοφ, καθότι σαφής και προσδιοριστικός, αλλά και για να τιμηθεί έτσι ο επινοητής και δημιουργός της.

                                                

                               1921. ΓΑΛΛΙΑ, Παρίσι. Εσπεραντικό περίπτερο με βιβλία, 
                                               περιοδικά, γραμματόσημα, κάρτες κ.ά.