Ο νεαρός (27ετών) οφθαλμίατρος, Λάζαρος-Λουδοβίκος Ζάμενχοφ, ύστερα από πολύχρονους οραματισμούς, που ξεκίνησαν από τα πρώτα νεανικά του χρόνια  (εφηβικά, νεανικά χρόνια) και πολύχρονες επίπονες προσπάθειες, εξέδωσε στις 26 Ιουλίου 1887 στη Βαρσοβία, το πρώτο βιβλίο εκμάθησης της γλώσσας του, στη ρωσική,  με τον τίτλο «Διεθνής Γλώσσα. Πρόλογος και πλήρες διδακτικό βιβλίο», σε 3.000 αντίτυπα. Μετά από λίγους μήνες, εξέδωσε την πολωνική, τη γαλλική και τη γερμανική έκδοση του βιβλίου αυτού. Τον επόμενο χρόνο εξέδωσε το δεύτερο βιβλίο του, μετίτλο «Δεύτερο Βιβλίο της Διεθνούς Γλώσσας». Στις εκδόσεις αυτές ο Λ. Λ. Ζάμενχοφ, χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Dr. Esperanto (Ο γιατρός που ελπίζει), δίνοντας έτσι το στίγμα του οραματισμού του. 

 


Ο Λ. Λ. Ζάμενχοφ 27 ετών.

1887. Βαρσοβία. Η πρώτη έκδοση, στις τέσσερις γλώσσες.

Η δημοσιοποίηση της γλώσσας του Ζάμενχοφ κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων, κυρίως αυτών που το βιβλίο του είχε κυκλοφορήσει στις γλώσσες τους (Ρώσοι, Πολωνοί, Γάλλοι, Γερμανοί). Το αποτέλεσμα ήταν να αρχίσουν να εμφανίζονται οι πρώτοι φίλοι και υποστηρικτές της διεθνούς γλώσσας, οι οποίοι ονομάστηκαν «Διεθνιστές» από την ονομασία της γλώσσας (σημ. Το  «Εσπεράντο» και «Εσπεραντιστές», καθιερώθηκε πολύ αργότερα, βλ. Στο τέλος του Κεφαλαίου).  Αυτοί, οι πρώτοι φίλοι της Εσπεράντο, οργάνωσαν τοπικές ομάδες με σκοπό  τη διάδοση και διδασκαλία της νέας γλώσσας.

Τα επόμενα χρόνια, ενώ ο Ζάμενχοφ συνέχισε να εκδίδει συμπληρωματικά βιβλία στο «Πρώτο Βιβλίο» και λεξικά της γλώσσας του σε διάφορες  γλώσσες, αφού ο ίδιος ήταν πολύγλωσσος, υποστηρικτές τής προσπάθειάς του μετέφρασαν το  «Πρώτο Βιβλίο» στις εθνικές γλώσσες τους και έτσι άρχισε σταδιακά η εξάπλωση της Εσπεράντο σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, κυρίως στη Βόρεια.

Περισσότερη ώθηση έδωσε η κυκλοφορία του πρώτου περιοδικού της γλώσσας, από τον πρόεδρο του εσπεραντικού συλλόγου της Νυρεμβέργης, Christian Schmidt, το 1889, με τον τίτλο «La Esperantisto» (Ο Εσεραντιστής). Το περιοδικό αυτό λειτούργησε ως σύνδεσμος μεταξύ των πρώτων φίλων και υποστηρικτών της γλώσσας, ενώ σ' αυτό δημοσιεύθηκαν και τα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα στην Εσπεράντο από λόγιους εσπεραντιστές.

Σημειώνεται ότι, ο εσπεραντικός σύλλογος της Νυρεμβέργης ιδρύθηκε το 1888 από τον Christian Schmidt και είναι ο πρώτος στην ιστορία της Εσπεράντο.

Στο μεταξύ, με την ολοένα αυξανόμενη διάδοση της Εσπεράντο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, προέκυψε η ανάγκη οργάνωσης της νεαρής εσπεραντικής κίνησης σε διεθνές  επίπεδο υπό τη μορφή ενός διεθνούς κεντρικού οργάνου, που θα ανελάμβανε το συντονισμό της όλης δραστηριότητας για τη διάδοση της γλώσσας και την παραπέρα ανάπτυξη της εσπεραντικής κίνησης.

Την ανάγκη αυτή αισθάνθηκε πρώτος ο Ζάμενχοφ. Έτσι το 1889, στο 3ο κιόλας τεύχος του περιοδικού «La Esperantisto» πρότεινε την ίδρυση της «Παγκόσμιας Ένωσης των Εσπεραντιστών» για την κίνηση και παράλληλα τη δημιουργία ενός ακόμα οργάνου, με το όνομα «Ακαδημία», που θα προερχόταν απ΄ αυτή την Ένωση και θα είχε σκοπό  την περιφρούρηση και την παραπέρα εξέλιξη της Γλώσσας του.

Όμως, αρκετοί επιφανείς εσπεραντιστές όπως οι Leopold Einstein (Γερμανός, 1833-1890), Richard H. Geoghegan (Αμερικανός, 1866-1943), Antoni Grabowski (Πολωνός, 1857-1921) κ.ά. ήταν αντίθετοι με την πρόταση αυτή του Ζάμενχοφ, θεωρώντας ότι οι συγγραφείς και όχι μια Ακαδημία δημιουργούν τη Γλώσσα. Έτσι η πρόταση του Ζάμενχοφ δεν υιοθετήθηκε.

                                               

                        L. Einstein                      R. H. Geoghegan                   A. Grabowski  
                        (Γερμανός)                             (H.Π.Α.)                              (Πολωνός)

Σ' αυτά τα πρώτα χρόνια, πολλοί άνθρωποι έγραψαν στον Ζάμενχοφ, σχολιάζοντας διάφορα σημεία της γλώσσας και προτείνοντας αλλαγές, τροποποιήσεις και αναμορφώσεις. Ο Ζάμενχοφ όμως δεν ήθελε να αποφασίσει μόνος του γι' αυτές. Έτσι, επεξεργάσθηκε μία τελείως καινούργια γλώσσα, βασισμένη στις προτάσεις που έλαβε και άφησε τους εσπεραντιστές να αποφασίσουν γι' αυτό.

Για το λόγο αυτό, τον Ιανουάριο του 1893, έγινε εφικτή η ίδρυση της Διεθνούς Εσπεραντικής Ένωσης. Μέλη της Ένωσης ήταν οι συνδρομητές τού περιοδικού  «La Esperantisto», οι οποίοι κλήθηκαν να αποφασίσουν για την τύχη της γλώσσας. Στο τέλος του 1894, μετά από ψηφοφορία, απορρίφθηκε η καινούργια μορφή της γλώσσας και έτσι συνεχίστηκε η χρήση της Εσπεράντο στην παλιά, αρχική, μορφή της.

Παράλληλα, την εποχή εκείνη έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτες λογοτεχνικές εκδόσεις, με έργα πρωτότυπα γραμμένα, ή μεταφρασμένα στην Εσπεράντο. Πρώτος, ο ίδιος ο Ζάμενχοφ παρουσίασε  τη μετάφραση στην Εσπεράντο του έργου τού Καρόλου Ντίκενς «Η Μάχη της Ζωής» (1891).

Το 1893 μια ξεχωριστή έκδοση έκανε την εμφάνισή της. Επρόκειτο για την κυκλοφορία της πρώτης εσπεραντικής ποιητικής ανθολογίας, με τίτλο «Η Λύρα των Εσπεραντιστών», έργο του επιφανούς Πολωνού Εσπεραντιστή Αntoni Grabowski, που περιελάμβανε ποιήματα του ιδίου, του Ζάμενχοφ και άλλων διακεκριμένων εσπεραντιστών λογοτεχνών από τη  Ρωσία, την Πολωνία, τη Γερμανία και την Εσθονία.

Επίσης, έκαναν την εμφάνισή τους σπουδαία έργα μεταφρασμένα στην Εσπεράντο, από τον ίδιο τον Ζάμενχοφ, έργα κορυφαίων λογοτεχνών, όπως το «Άμλετ» του Σέξπιρ, το «Ο Επιθεωρητής» του Γκογκόλ, το «Ζορζ Νταντέν» του Μολιέρου, καθώς  και άλλα έργα μεταφρασμένα από λόγιους εσπεραντιστές.

Εκείνη την περίοδο, και συγκεκριμένα το 1894, λόγω του ξεχωριστού ιδεολογικού ενδιαφέροντος της κίνησης δημιουργήθηκαν, κατά τη συνήθεια της εποχής, και τα εσπεραντικά σύμβολα, τα οποία έγιναν αποδεκτά στις αρχές του 1895.

Έτσι, καθιερώθηκε:

  1. Tο πράσινο χρώμα, ως χρώμα της Εσπεράντο, επειδή αυτό συμβολίζει παγκοσμίως την ελπίδα (espero), λέξη από τη ρίζα της οποίας προέρχεται το όνομα της γλώσσας.
  2. Το αστέρι με τις πέντε αιχμές, ως έμβλημα της Εσπεράντο, που συμβολίζει την επικοινωνία, την αλληλοκατανόηση, την ειρηνική συνύπαρξη που επιδιώκει η Εσπεράντο και στις πέντε ηπείρους του πλανήτη  και
  3. Ως ένα είδος ύμνου των εσπεραντιστών, το ποίημα «La Espero» ( Η Ελπίδα) του Λ.Λ Ζάμενχοφ.

Στην πρώτη αυτή φάση, για τη διάδοση και την οργάνωσή της, δραστηριοποιήθηκαν πρώτα οι Γερμανοί και οι άλλοι βόρειοι (από τις σκανδιναβικές και βαλτικές χώρες) και αργότερα οι Ρώσοι, οι οποίοι ήταν και οι περισσότεροι συνδρομητές του περιοδικού «La Esperantisto».

Όμως, το 1895, απαγορεύθηκε η κυκλοφορία του περιοδικού αυτού από τη ρωσική λογοκρισία, εξαιτίας ενός άρθρου που αναφερόταν στην συνεργασία μεταξύ των εσπεραντιστών και του αναγνωστικού κοινού του Λ. Τολστόι. Αυτό ήταν σοβαρό πλήγμα για τη νεαρή εσπεραντική κίνηση, γιατί μέσω αυτού του περιοδικού γινόταν η επικοινωνία των εσπεραντιστών.

Το ρόλο αυτό ανέλαβε αμέσως ένα νέο περιοδικό, το «Lingvo Internacia» (Διεθνής Γλώσσα) τουValdemar B. Langlet (1872-1960) (φωτ.), που εκδόθηκε στη Σουηδία.

Το περιοδικό αυτό,  στη συνέχεια και για 18 ολόκληρα χρόνια, βοήθησε σημαντικά την εσπεραντική κίνηση και συνέβαλε ουσιαστικά στην παρουσίαση της γλώσσας του Ζάμενχοφ, αφού δημοσιεύθηκε σ' αυτό όλος ο λογοτεχνικός πλούτος των λογίων εσπεραντιστών της πρώτης εκείνης περιόδου.

 Γεγονός πάντως είναι ότι, τόσο το «La Εsperantisto» όσο και το «Lingvo Internacia», δεν κατόρθωσαν να προσελκύσουν την προσοχή του ευρύτερου κοινού. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα η Eσπεράντο παρέμεινε η διεθνής γλώσσα κάποιων ομάδων πνευματικών ανθρώπων με ιδεαλιστικές ή λογοτεχνικές τάσεις (ιδιαίτερα στη Ρωσία). Επομένως δεν πέτυχε την αναμενόμενη πλατειά διάδοσή και την ευρύτερη αποδοχή του κοινού.

Η ανάπτυξη  της Εσπεράντο και η ευρεία διάδοσή της άρχισε με την ανατολή του 20ού αιώνα, με την αποκαλούμενη, στην ιστορία της, «Γαλλική Περίοδος» (βλ. «Διάδοση-Οργάνωση»).