Άρθρο της Εύας Κεράλτ (Eva Queralt) στο ηλεκτρονικό περιοδικό Café Babel (www.cafebabel.com)
Βρυξέλλες 20 Ιουνίου 2005.
Η Ευρώπη έχει περισσότερες από 250 αυτόχθονες γλώσσες οι περισσότερες των οποίων είναι ανεπίσημες ή μειονοτικές. Αυτός ο μεγάλος γλωσσικός πλούτος είναι δύσκολο να διατηρηθεί, ιδίως σε μια εποχή που όλο και περισσότερες γλώσσες προσπαθούν να κυριαρχήσουν.
Εάν η σύγχρονη σημερινή Ευρώπη είναι ένας περίπλοκος Πύργος της Βαβέλ οφείλεται στο ότι η γλωσσική ποικιλία ήταν σπουδαιότερη τον Μεσαίωνα. Οι αρχαίες γλώσσες, μερικές λόγω της εξέλιξής τους και άλλες λόγω πολιτικών αποφάσεων, έχουν εξαλειφθεί ή αγωνίζονται να επιβιώσουν. Αλλά αν και οι ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν από τον 16ο αιώνα να επιτύχουν γλωσσική ομοιογένεια και να περιθωριοποιήσουν τις μειονοτικές γλώσσες, το τελευταίο ήμισυ του αιώνα βρήκε το κοινό να αντιστέκεται στην υποβάθμιση της γλώσσας του. Έτσι, ενώ η Αγγλική κερδίζει έδαφος ως κοινή ευρωπαϊκή γλώσσα, οι «μικρές» γλώσσες προσπαθούν να αναγεννηθούν από τις στάκτες τους.
Αναγνωρίζοντας την κατάσταση αυτή το Συνέδριο των Υπουργών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υιοθέτησε το 1992 την Ευρωπαϊκή Χάρτα των Περιφερειακών ή Μειονοτικών Γλωσσών, η οποία συνιστά όπως όλα τα επί μέρους κράτη αναγνωρίσουν το δικαίωμα όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών να είναι παρούσες σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής και να προωθήσουν την χρήση τους.
Η κατάσταση των γλωσσών αυτών ποικίλει όλως ιδιαιτέρως. Εάν μερικές γνωρίζουν σημαντική άνθιση, όπως η Καταλανική, η οποία είναι η 10η πιο ομιλούμενη γλώσσα στην διευρυμένη Ευρώπη με δέκα εκατομμύρια να την μιλούν, για άλλες η αναγέννηση αυτή ίσως να ήλθε αργά.
Στην Γαλλία, για παράδειγμα, που υπάρχουν δέκα περιφερειακές γλώσσες (η Βρετωνική, η Καταλανική, η Βασκική, η Ακουϊτανική, η γερμανική διάλεκτος της Αλσατίας-Λωραίνης, η Κορσικανική και η Πικαρδική) μια μελέτη του εθνικού ιδρύματος Στατιστικών και Οικονομικών Μελετών (Institut National de la Statistique et les Études Economiques) δείχνει ότι η Γαλλική κερδίζει συνεχώς έδαφος σε σχέση με άλλες γλώσσες και ότι οι μειονοτικές γλώσσες χρησιμοποιούνται όλο και λιγότερο.
Η Αλσατική είναι σήμερα η πλέον διαδεδομένη γλώσσα στην Γαλλία με εννιακόσιες χιλιάδες άτομα να την μιλούν. Η Σόνια Ζάνναντ (Sonia Zannad) που έζησε στην Αλσατία για έξη χρόνια μας εξηγεί: «Όταν έφθασα εξεπλάγην από την σημασία στην γλώσσα που έδειχναν οι κάτοικοι. Οι Αλσατοί είναι περήφανοι για την πολιτιστική τους κληρονομιά». Παραδέχεται όμως ότι δεν αισθάνεται «υποχρεωμένη να μάθει την γλώσσα».
Η Βρετωνική είναι από τις γλώσσες που η προσπάθεια για την αναγέννησή της βρίσκεται σε άνθιση. Η Βρετωνική, με συνεχώς να προστίθενται νέοι ομιλητές της στις ήδη τριακόσιες χιλιάδες που την μιλούν σήμερα, άρχισε να διδάσκεται και πάλι στα σχολεία, αν και υπάρχει μια ενδιάμεση γενιά μεταξύ της νέας και της παλιάς που έχασε την γλώσσα. Η Μαρί Μπεγιόν (Marie Beyon), μία Βρετωνή που μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ της Βρετάνης και της Καταλωνίας, πήρε μια απόφαση που καταδεικνύει τις διαφορές της πραγματικότητας μεταξύ των δύο γλωσσών: «Δεν μιλώ Βρετωνικά. Αν κάποια μέρα τα παιδιά μου αποφασίσουν να την μιλήσουν θα ήμουν ευχαριστημένη. Αντιθέτως εγώ αρχίζω μαθήματα Καταλανικής τον Σεπτέμβριο».
Μία γλώσσα που θα είναι δύσκολο να επιβιώσει είναι η Βασκική. Ομιλούμενη και από τις δύο πλευρές των συνόρων Γαλλίας-Ισπανίας, η Βασκική διδάσκεται στα σχολεία και χρησιμοποιείται από τις κρατικές υπηρεσίες της περιοχής. Η επιβίωσή της όμως δυσχεραίνεται λόγω της δυσκολίας της εκμάθησής της και των μεγάλων διαφορών που παρουσιάζει η γλώσσα από τις άλλες που την περιβάλλουν.
Η Ιρλανδική είναι ένα τυπικό παράδειγμα μειονοτικής γλώσσας στα Βρετανικά Νησιά. Με μόνο διακόσιες χιλιάδες άτομα να την μιλούν είναι η πλέον προστατευόμενη γλώσσα στην Ευρώπη. Είναι η επίσημη γλώσσα της Ιρλανδίας και μόλις πρόσφατα αναγνωρίσθηκε ως επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον Ιρλανδό όμως Τζων Κένεντυ (John Kennedy) η αναγνώριση αυτή είναι υπερβολική: «Τώρα είναι υποχρεωτική στα σχολεία και υπάρχει και τηλεοπτικός σταθμός που εκπέμπει στην Ιρλανδική, αλλά νομίζω ότι πρέπει να αποδεχθούμε την πραγματικότητα και να ασχοληθούμε με άλλα πράγματα. Η πλειοψηφία, εν τέλει, των Ιρλανδών είναι ικανοποιημένη με την πολιτική αυτή». Η Νονάλα Μόργκαν (Nonala Morgan), Ιρλανδή επίσης, θεωρεί ότι το να συνεχίζουμε την προώθηση της γλώσσας, απλώς συντηρεί τον μύθο ότι είναι μια ζωντανή γλώσσα.
Ομοίως η Ουαλλική, η Κορνουαλική και η Κελτική προσπαθούν να επιπλεύσουν. Η Ουαλλική με 750.000 να την μιλούν φαίνεται ότι δυναμώνει. Η Βικτωρία Ντόνοβαν (Victoria Donovan), Ουαλλή, εξηγεί ένα από τους λόγους αυτής της ενδυνάμωσης: «Με την οικονομική άνθιση της Ουαλλίας το εθνικό αίσθημα ισχυροποιήθηκε και συνοδεύτηκε και από άνθιση της πολιτιστικής κίνησης. Οι προσπάθειες για την διατήρηση εν ζωή της Ουαλλικής αυξήθηκαν όλως ιδιαιτέρως». Η προσπάθεια αυτή οδήγησε μερικές φορές σε ακραίες καταστάσεις όπως σε μερικές μπυραρίες όπου «πρέπει να υπογράψεις υπεύθυνη δήλωση ότι τουλάχιστον καταλαβαίνεις Ουαλλικά για να μπορέσεις να μπεις».
Η Ιταλία είναι μία από τις χώρες που καταδεικνύεται διεθνώς ως επιτυχημένο παράδειγμα αλληλοκατανόησης γλωσσών. Το Νότιο Τυρόλο είναι τρίγλωσση περιοχή [Γερμανικά 69%, Ιταλικά 26% Λαντίνο (Εβραιοϊσπανικά) 4%] και απολαμβάνει μερικής αυτονομίας. Η Σαμπίνα Χόφερ (Sabina Hofer), από το Νότιο Τυρόλο, διευκρινίζει ότι είναι ένας καλά οργανωμένος πολυγλωσσισμός και ότι αν και η γλώσσα εξακολουθεί να είναι «από τα βασικά πολιτικά θέματα προς συζήτηση» οι Τυρολέζοι έχουν συνηθίσει να ψωνίζουν σε πόλεις όπως το Μπολτσάνο-Μπότσεν (Bolzano-Bozen) όπου «σε ένα κατάστημα μιλάς Γερμανικά και στο άλλο Ιταλικά, πράγμα που για πολλούς θεωρείται προνόμιο». Εκτός από αυτές τις τρεις γλώσσες, άλλες εννέα περιφερειακές γλώσσες ομιλούνται στην Ιταλία.
Στην Γερμανία η Φρυσική, η Ολλανδική, η Βενδική και η Κάτω Γερμανική ομιλούνται παράλληλα με την Γερμανική. Η Κάτω Γερμανική, για παράδειγμα, ομιλείται από οκτώ εκατομμύρια Γερμανών. Η Βόρεια Φρυσική ομιλείται μόνο από περίπου εννέα χιλιάδες ατόμων. Ο Μαξ Σμιτ (Max Schmied), φοιτητής από την Νήσο Φαιρ (Föhr Insel) στην Βόρεια Φρυσία είναι ένας από τους νέους που επιστρέφουν στις ρίζες τους: «Δεν είναι η μητρική μου γλώσσα. Άρχισα να την μελετώ γιατί ήταν η μητρική γλώσσα του παππού μου. Για μένα είναι ένας τρόπος να πολεμήσω εναντίον της εξαφάνισης της γλώσσας».
Στην Ανατολική Ευρώπη οι μειονοτικές γλώσσες είναι πάμπολλες. Σύμφωνα με την μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Ευρωμωσαϊκό ΙΙΙ» στα νέα κράτη-μέλη υπάρχουν περίπου ενενήντα, η πλειοψηφία των οποίων είναι γλώσσες ένθεν και ένθεν των συνόρων.
Ένα σχέδιο εργασίας που καταρτίσθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2003 προσφέρει πολύτιμη ευκαιρία για όλες αυτές τις μειονοτικές γλώσσες, δεδομένου ότι ένας από τους σκοπούς του σχεδίου είναι να διδαχθούν οι γλώσσες αυτές σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στις γλώσσες εκείνες που αυτοί που τις μιλούν λιγοστεύουν από γενιά σε γενιά.
Η μεγάλη πλειοψηφία των γλωσσών αυτών όμως υποφέρει από διγλωσσία, πράγμα που σημαίνει ότι χρησιμοποιούνται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις και ως συμπλήρωμα στις κυρίαρχες γλώσσες και σπανιότατα στο πλαίσιο της πολυγλωσσίας. Το γεγονός αυτό μαζί με την πολιτική εκμετάλλευση των γλωσσών αυτών, πρακτική που σημαίνει ότι συχνά οι γλώσσες αυτές χρησιμοποιούνται για να τονίσουν πιθανές διαφορές των κοινωνικών ομάδων, μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι το μέλλον του γλωσσικού αυτού μωσαϊκού είναι αβέβαιο.
|