Άρθρο της Βικτωρίας-Σοφίας Ντόνοβαν (Victoria-Sophie Donovan) στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Cafebabel” (www.cafebabel.com)
Βρυξέλλες, 20 Ιουνίου 2005.
Η είσοδος δέκα νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση διόγκωσε τον φόρτο εργασίας του μεταφραστικού τμήματος σε απρόβλεπτες διαστάσεις και άρχισαν ήδη οι κατακραυγές ότι η Ευρωπαϊκή ’Ένωση μετατρέπεται σε σύγχρονο Πύργο της Βαβέλ.
Με είκοσι μία επίσημες γλώσσες, στις οποίες γίνονται μεταφράσεις και διερμηνείες, αφήνει πολύ πίσω άλλους διεθνείς οργανισμούς, όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ο οποίος χρησιμοποιεί μόνο έξη γλώσσες), στον τομέα της πολυγλωσσίας.
Αυτή όμως η γλωσσική ποικιλία κοστίζει ακριβά.
Σύμφωνα με τα δίκτυο πληροφοριών «Ευρυδίκη» το μεταφραστικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί σήμερα γύρω στους 2000 μεταφραστές και 80 διερμηνείς την ημέρα με ετήσιο κόστος ένα δισεκατομμύριο ευρώ.
Η αύξηση των επίσημων γλωσσών προσέθεσε νέα βάρη στα μεταφραστικά τμήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με συνέπεια την αύξηση της γραφειοκρατίας και την καθυστέρηση στην διαδικασία λήψης αποφάσεων. Επί πλέον, σε μια περίοδο που απαιτούνται περισσότερα έσοδα, είναι προφανές ότι ο επόμενος προϋπολογισμός διοικητικών εξόδων της Επιτροπής θα έχει μεγάλες περικοπές και συνεπώς θα μειωθούν και τα κονδύλια για τις μεταφραστικές υπηρεσίες.
Το θέμα αυτό προκάλεσε μεγάλη ανησυχία για το μέλλον των μεταφράσεων και ένας μεταφραστής, όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους, είπε: «Εάν ο αριθμός των γλωσσών αυξάνεται, αλλά ο προϋπολογισμός μειώνεται, η ποιότητα των μεταφραστικών συστημάτων θα πρέπει να μειωθεί και αυτή, πράγμα το οποίο ήδη συμβαίνει».
Η πρόκληση του να βρεις κάποιον που να μπορεί να μεταφράζει από τα Μαλτέζικα στην Εσθονική ή από την Φινλανδική στην Σλοβενική είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπισθεί την στιγμή που πολλές θέσεις εργασίας μεταφραστών παραμένων κενές ελλείψει των κατάλληλων υποψηφίων.
Η προσωρινή λύση είναι η χρήση του συστήματος της «ενδιάμεσης μετάφρασης», όπου οι γλώσσες μεταφράζονται η μία στην άλλη μέσω μιας άλλης, κοινής για όλες, γλώσσας. Η πιθανότητα παρεξηγήσεων σε αυτό το παιχνίδι «διπλωματικών κινεζικών ψίθυρων» θέτει μεγάλα προβλήματα για μερικές από τις χώρες-μέλη της Ανατολικής Ευρώπης που βρίσκονται σε άνιση θέση σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους εταίρους τους.
Εάν η διεύρυνση αύξησε την γλωσσική ποικιλία στο Ευρωκοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, οι συνέπειες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήταν εντελώς αντίθετες. Το σύστημα των «γλωσσών εργασίας» που χρησιμοποιείται στην Επιτροπή και το οποίο ευνοεί προνομιακά την χρήση της Αγγλικής, της Γαλλικής και της Γερμανικής κατά την καθημερινή εργασία κλονίστηκε ισχυρότατα μετά την ένταξη των ανατολικών χωρών. Η Ρωσσική και η Αγγλική είναι οι δύο πιο διαδεδομένες ξένες γλώσσες στην Εσθονία, Λεττονία, Λιθουανία, Πολωνία και Σλοβακία και τα διάφορα τμήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως το τμήμα Τοπικής Πολιτικής (όπου κατά παράδοση χρησιμοποιείται η Γαλλική), αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην διεκπεραίωση των υποθέσεών τους και αγωνίζονται να διατηρήσουν την προσωπική τους «εθνικότητα». Πράγματι η περιπεπλεγμένη γλωσσική κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά την ευρωπαϊκή διεύρυνση έφερε στο προσκήνιο προς συζήτηση το θέμα της «κοινής γλώσσας» (lingua franca).
Καταξιωμένοι κοινωνιολόγοι και γλωσσολόγοι συναθροίσθηκαν να συζητήσουν για την «Ευρωπαϊκή Βαβέλ» και να βρουν ένα πιο δημοκρατικό γλωσσικό σύστημα. Ο Φιλίπ βαν Πάρεϊς (Philippe van Parijs), καθηγητής στο Βελγικό Ρωμαιοκαθολικό πανεπιστήμιο της Λουβαίν (Louvain), εξηγεί: «Χρειαζόμαστε ένα τρόπο επικοινωνίας πέραν των κρατικών συνόρων και των διαφορών των μητρικών μας γλωσσών χωρίς την πανάκριβη και περιοριστική μεσολάβηση μεταφραστών και διερμηνέων. Χρειαζόμαστε αυτόν τον τρόπο όλως επειγόντως εάν δεν θέλουμε ο εξευρωπαϊσμός να είναι αποκλειστικό προνόμιο των πλουσίων και ισχυρών που έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν πανάκριβες μεταφράσεις».
Η ανάγκη εξεύρεσης μιας «κοινής γλώσσας» (lingua franca) πρέπει να θέσει στο περιθώριο τα θέματα της εθνικής υπερηφάνειας και πολιτικών διαφορών, τα οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με αυτή την συζήτηση.
Η προοπτική της Αγγλικής, φυσική επιλογή μιας και είναι η δεύτερη γλώσσα για σχεδόν τον μισό πληθυσμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να γίνει η κοινή γλώσσα της Κοινότητας παρουσιάζει πολλές δυσκολίες λόγω των γαλλικών αντιδράσεων στο θέμα αυτό. Αν και προτάσεις για την χρήση μιας «τεχνητής γλώσσας», όπως η Εσπεράντο, η οποία θα παρουσιάσει ένα ουδέτερο έδαφος για συζήτηση, έχουν προωθηθεί, η περίπτωση φαίνεται εξ ίσου ανέφικτη αφού θα έχει σαν αποτέλεσμα οι πολιτικοί να απευθύνονται στους εκλογείς τους σε διαφορετική γλώσσα από αυτή που μιλούν. Στην πραγματικότητα θα αφαιρέσει τον Δήμο από την Δημοκρατία.
Και η υπόθεση δεν γίνεται ευκολότερη.
Στην άλλη άκρη του φάσματος η διεύρυνση επανέφερε το θέμα των μειονοτικών γλωσσών. Αν και το θέμα αυτό αποφεύγεται συστηματικά από τις Δυτικοευρωπαϊκές χώρες, τα νέα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων οι γλώσσες ήταν καταπιεσμένες και απαγορευμένες από το σοβιετικό καθεστώς, είναι περισσότερο από πρόθυμες να προωθήσουν την γλωσσική ποικιλία στην επικράτειά τους.
Με τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό εγκατάστασης περιφερειακών αντιπροσωπιών στις Βρυξέλλες, για να μη αναφέρουμε τον όλο και μεγαλύτερο ρόλο που παίζει το Περιφερειακό Συμβούλιο στην ευρωπαϊκή νομολογία, το θέμα της χρήσης μειονοτικών γλωσσών στις ευρωπαϊκές διαδικασίες κερδίζει συνεχώς έδαφος.
Με την απόφαση της δευτέρας 13ης Ιουνίου 2005 με την οποία η Ιρλανδική έγινε η 21η επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τέθηκαν οι βάσεις και για άλλες μειονοτικές γλώσσες όπως η Βασκική, η Καταλανική και η Λουξεμβουργιανή, οι οποίες από πολύ καιρό αγωνίζονται για την αναγνώρισή τους από περιφερειακές γλώσσες ως επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
|