Οι εθνικές γλώσσες, δηλαδή οι γλώσσες που αναπτύχθηκαν μέσα από αιώνες εθνικής παράδοσης, δεν φημίζονται για την ομαλή και λογική γραμματική τους και για τον λόγο αυτό είναι γεμάτες από περιπεπλεγμένους γραμματικούς κανόνες, ιδιωματικές εκφράσεις και πλήθος εξαιρέσεων από τους κανόνες παρουσιάζοντας πλήθος επιπλοκών που πολύ συχνά δημιουργούν προβλήματα σε αυτούς που εμπεριστατωμένα τις χρησιμοποιούν· ακόμα δε και σε αυτούς που τις χρησιμοποιούν ως εθνικές τους γλώσσες.
Για να αποφευχθούν οι δυσκολίες αυτές οι εθνικές γλώσσες πρέπει να αναδιαμορφωθούν. Αυτό όμως είναι εντελώς αδύνατο γιατί η κάθε γλώσσα χωριστά φυλά τις παραδόσεις της και τις ρίζες της. Ταυτόχρονα είναι αδύνατο για κάποιον που μιλά μια γλώσσα ως μητρική να μάθει στο ίδιο επίπεδο που γνωρίζει αυτή (αν και είναι επιθυμητό) μια άλλη γλώσσα, εάν δεν μένει σχεδόν μονίμως στο γλωσσικό περιβάλλον αυτής της γλώσσας ή δεν έχει δυνατότητες γλωσσομάθειας.
Εκ των πραγμάτων όμως όλο και περισσότερο είμαστε υποχρεωμένοι να αναλαμβάνουμε υποχρεώσεις που είναι δυσκολότατη η πραγματοποίησή τους λόγω γλωσσικών δυσκολιών.
Το επίπεδο γνώσης μιας ξένης γλώσσας που απαιτείται από τα εξεταστικά κέντρα πιστοποίησης γλωσσικών γνώσεων για την λήψη πιστοποιητικού γλωσσομάθειας δεν είναι αυτά που απαιτούνται για την απόλυτη, καθ’ ολοκληρία και σωστή χρήση μιας ξένης γλώσσας.
Το ήδη απαιτούμενο υψηλό επίπεδο γνώσης μιας γλώσσας που θα χρησιμεύσει ως ενδιάμεση – στην περίπτωση που θα είναι μια εθνική γλώσσα – θα επιτευχθεί μόνο εάν εγκαταλείψουμε τις εθνικές μας γλώσσες και χρησιμοποιούμε αποκλειστικά αυτήν.
Δυστυχώς ήδη στην Ουγγαρία δεν μας εκπλήσσει πλέον το γεγονός να συναντάμε κατοίκους της χώρας μας που μιλούν την ουγγρική ως μητρική τους γλώσσα, αλλά το γεγονός ότι οι κάτοικοι αυτοί είναι Γερμανοί, Σλοβάκοι, Κροάτες και άλλοι.
Επίσης στην Τρανσυλβανία παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο. Θέσεις εργασίας βρίσκουν μόνο άτομα που γνωρίζουν την τοπική εθνική γλώσσα σε επίπεδο μητρικής. Ένεκα τούτου οι κάτοικοι της Τρανσυλβανίας που έχουν ουγγρική καταγωγή και μιλούν την ουγγρική γλώσσα έπαψαν πλέον να στέλνουν τα παιδιά τους σε ουγγαρόφωνα σχολεία (εκτός και αν σκοπεύουν να επαναπατρισθούν) και τα στέλνουν στα κρατικά εκπαιδευτικά ιδρύματα όπου διδάσκονται την επίσημη ρουμανική γλώσσα με αποτέλεσμα να χάνουν την μητρική τους.
Φοιτώντας σε ξενόγλωσσο σχολείο για δώδεκα χρόνια στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση συν τα χρόνια της πανεπιστημιακής ή και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η γνώση της τοπικής εθνικής γλώσσας είναι σχεδόν εφάμιλλη με την γνώση οποιασδήποτε γλώσσας των εθνικών μειονοτήτων της Ουγγαρίας.
Η αντισταθμιστική χρήση όμως μιας ομαλής λογικής γλώσσας ως ενδιάμεσης, της οποίας η εκμάθηση είναι γρήγορη και πανεύκολη, σε ύψιστο επίπεδο γνώσης θα εξασφάλιζε την διατήρηση των εθνικών γλωσσών και μαζί με αυτές και την εθνική παράδοση που τις συνοδεύει.
Η αιτία των εθνικών αψιμαχιών δεν είναι οι γλωσσικές διαφορές, αλλά πολιτικοί λόγοι. Στην πολιτισμική σφαίρα η σημασία της γλωσσικής ποικιλίας είναι το ίδιο σπουδαία όσο και η ποικιλία των ειδών της ανθρωπότητας.
Για την προστασία λοιπόν των εθνικών γλωσσών, νομίζω ότι μία μόνο οδός υπάρχει: η χρήση ενός κατάλληλου «γλωσσικού κοινού παρονομαστή» όπου παράλληλα με αυτόν θα επιβιώσουν οι εθνικές γλώσσες.
Η γλώσσα αυτή ήδη υπάρχει. Είναι η Εσπεράντο, την οποία ορισμένα κράτη από πολύ καιρό θάβουν στα σκοτάδια της γλωσσικής αντιζηλίας.
Η ύπαρξη της Εσπεράντο δεν αποσκοπεί να αντικαταστήσει τις εθνικές γλώσσες, αλλά να λειτουργήσει παράλληλα με αυτές και επειδή δεν συνδέεται με κανένα έθνος ή κράτος και καμία παράδοση δεν απειλεί ουδεμία εθνική γλώσσα.
Η γραμματική της είναι ομαλή και λογική χωρίς εξαιρέσεις στους κανόνες της και το λεξιλόγιό της δεν αποτελείται από καινοφανείς λέξεις, αλλά έχουν ληφθεί κατά το πλείστον από την λατινική και κατ’ έλασσον από την γερμανική και άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Η εκμάθησή της απαιτεί το δέκατο του χρόνου, ενέργειας και χρήματος που απαιτούνται για την εκμάθηση οποιασδήποτε εθνικής γλώσσας.
Ο δημιουργός της Εσπεράντο χρησιμοποίησε τους πλέον ευνοϊκούς όρους: εξέλεξε τις πλέον διαδεδομένες λέξεις στην Ευρώπη, φρόντισε ώστε να μη συμπίπτουν περισσότερα από δύο συνεχόμενα διαφορετικά σύμφωνα σε μία λέξη ώστε να είναι ευκολότερη η προφορά των λέξεων.
Το μέγιστο προτέρημα της Εσπεράντο είναι ότι η γλώσσα γράφεται όπως ακριβώς προφέρεται.
Ταυτόχρονα η γραμματική χρησιμοποιεί απλούστατους ρηματικούς χρόνους. Το πρακτικό σύστημα σύνθεσης λέξεων δίνει στον χρήστη της αυτοπεποίθηση και αυτοδυναμία στην δημιουργία συνθέτων λέξεων.
Χάρη στο απλό και ευέλικτο συντακτικό, η σειρά των λέξεων στην πρόταση δεν είναι προδιαγεγραμμένη και έτσι ο κάθε χρήστης μπορεί να σχηματίζει προτάσεις σύμφωνα με το σύστημα της εθνικής του γλώσσας το οποίο γνωρίζει.
Η φανταστική δυνατότητα προσαρμογής της Εσπεράντο επιτρέπει στον χρήστη της να μεταφράζει γρηγορότερα, πιστότερα και ευκολότερα από οποιαδήποτε εθνική γλώσσα.
Η τεχνητή γλώσσα του Ζάμενχωφ είναι τόσο τέλεια φτιαγμένη ώστε στο διάστημα που εκατοντάδες εθνικών γλωσσών χάθηκαν (ακόμη και γλώσσες που χρησιμοποιήθηκαν στην διακυβέρνηση κρατών) η Εσπεράντο επέζησε για περισσότερο από 115 χρόνια, παρά το ότι δεν υποστηρίχθηκε, αλλά αντιθέτως καταδιώχθηκε, και τώρα δίκαια υπερηφανεύεται για την μεγάλη προσωπική πρωτότυπη φιλολογία της και τον αριθμό των χρηστών της που φθάνει στα δύο εκατομμύρια περίπου.
Υπάρχουν επίσης παραδείγματα όπου σε μεικτές εθνικές οικογένειες που οι γονείς δεν μιλούν ο ένας την γλώσσα του άλλου, αλλά χρησιμοποιούν την Εσπεράντο ως οικογενειακή γλώσσα, τα παιδιά έμαθαν την Εσπεράντο ως μητρική τους.
Εάν μια οποιαδήποτε γλώσσα έχει την δυνατότητα να λειτουργήσει σαν μητρική, τότε η αξία της δεν υπολείπεται σε τίποτα από την αξία οποιασδήποτε άλλης γλώσσας.
Αλλά, όπως είπαμε, η Εσπεράντο δεν αποσκοπεί να υποκαταστήσει τις εθνικές γλώσσες, αλλά να συμμαχήσει με τις ήδη υπάρχουσες εθνικές γλώσσες για να βοηθήσει τους ανθρώπους στην χρήση της πλέον εύκολης στην εκμάθησή της ενδιάμεσης γλώσσας σε υψηλά επίπεδα και έτσι η Εσπεράντο δεν θα γίνει κανενός έθνους μητρική γλώσσα.
Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι αρετές που χαρακτηρίζουν την Εσπεράντο. Είναι πασίγνωστα στον βιομηχανικό κόσμο τα εργαστήρια αυτά που υποστηρίζουν την βιομηχανία. Χωρίς τα εργαστήρια αυτά η αποτελεσματικότητα της βιομηχανίας θα ήταν μηδαμινή. Η Εσπεράντο μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα τέτοιο εργαστήριο.
Όπως ακόμη και στα μαθηματικά δεν υπάρχει διαφορά ως προς το με ποια σειρά θα τα μάθει κανείς, έτσι δεν υπάρχει διαφορά ως προς το ποια γλώσσα θα μάθει κανείς πρώτα και ποια μετά. Η μέχρι τώρα πείρα αποδεικνύει ότι εάν κάποιος μάθει πρώτα την Εσπεράντο και την Αγγλική μετά, το σύνολο του χρόνου που απαιτείται για την εκμάθηση και των δύο είναι λιγότερο από αυτό που χρειάζεται για να μάθει κανείς μόνο την Αγγλική και έτσι στον ίδιο χρόνο μαθαίνεις δύο γλώσσες.
Μετά την Εσπεράντο η εκμάθηση της Ιταλικής, της Γερμανικής, της Γαλλικής, της Ισπανικής ή οποιασδήποτε άλλης γλώσσας είναι ευκολότατη.
Η γνώση της Εσπεράντο βοηθά τα μέγιστα τους νέους που άφησαν τα θρανία προ πολλού και δεν θυμούνται τις γραμματικές έννοιες και διαδικασίες, αλλά είναι υποχρεωμένοι να μάθουν μια κάποια εθνική γλώσσα.
Η κρυστάλλινη και λογική γραμματική της Εσπεράντο γίνεται αντιληπτή ακόμη και από αυτούς που κατά την διάρκεια των μαθητικών τους χρόνων αδιαφόρησαν τελείως για την γραμματική και τους κανόνες της.
Επί πλέον της κατά το πλείστον λατινικής καταγωγής της Εσπεράντο, συναντά κανείς κατά την εκμάθησή της την αγγλική, την γερμανική, την ισπανική και άλλες γλώσσες.
Η μεγαλύτερη όμως αρετή της Εσπεράντο είναι ότι δίνει την δυνατότητα να στηρίζουμε τις εθνικές γλώσσες εναντίον αυτής της εθνικής γλώσσας που σήμερα προσπαθεί παντοιοτρόπως να ισοπεδώσει σαν οδοστρωτήρας τις άλλες εθνικές γλώσσες δια παντός διαγράφοντάς τες μαζί με τον πολιτισμό που τις συνοδεύουν.
Η προετοιμασία αυτού του γλωσσικού όπλου-βοηθήματος απαιτεί κάποιον χρόνο, τα αποτελέσματα όμως θα είναι ραγδαία.
Laszlo Istvan Toth
http://www32.brinkster.com/leslietoth/lingva_ilo.htm
|