(Αυτό είναι το δεύτερο μέρος του άρθρου του Θανάση Ρεντζή.
Το πρώτο μέρος δημοσιεύθηκε στην προηγούμενη έκδοση του δελτίου μας.
Το τρίτο μέρος θα δημοσιευθεί στην επόμενη έκδοση του δελτίου μας.)
ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
Κατά καιρούς διάφορες πρωτοβουλίες και προτάσεις, οι περισσότερες από τις οποίες δεν γίνονται ευρύτερα γνωστές, προσπαθούν να προωθήσουν το ζήτημα της κοινής ευρωπαϊκής γλώσσας με ποικίλους τρόπους.
Οι βάσκοι ευρωβουλευτές (εμφορούμενοι από την Ελληνική Ακαδημία της Βασκωνίας) προτείνουν παγίως την καθιέρωση της ελληνικής, ο άγγλος ευρωβουλευτής Μάικελ Έλιοτ (Michael Eliot) την νεόκοπη (τεχνητή) Glosa, οι Latinitas του Βατικανού τα λατινικά και πλήθος όμιλοι (όπως ο Οργανισμός για την Διεθνοποίηση της Ελληνικής Γλώσσας) πασχίζουν να πείσουν εαυτούς και αλλήλους ότι τα ελληνικά είναι η πιο ενδεδειγμένη γλώσσα της ενιαίας Ευρώπης, ενώ οι εσπεραντιστές θεωρούν πως ήρθε η στιγμή τους και φυσικά προτείνουν την πρώτη ολοκληρωμένη τεχνητή γλώσσα του κόσμου, την Esperanto.
Οι δημοσιεύσεις και οι αρθρογραφίες πληθαίνουν κατά καιρούς, ενώ οι συζητήσεις στα γλωσσολογικά εργαστήρια, τις φιλοσοφικές, φιλολογικές και κοινωνιολογικές σχολές βαθαίνουν όλο και περισσότερο. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις οι προβληματισμοί φτάνoυν να αγγίξουν μεθοδολογικά και πρακτικά ζητήματα όπως του τρόπου διδασκαλίας της γλώσσας που θα προκριθεί, έτσι ώστε μέσα σε μια γενιά η Ευρώπη να διαβεί μαζί με το πολύγλωσσο μωσαϊκό της σε μια νέα εποχή.
Το παράδειγμα του Ισραήλ, όπου μία ξεχασμένη, μία νεκρή γλώσσα (τα εβραϊκά), που δεν γνώριζε και δεν μιλούσε σχεδόν κανείς επί πολλούς αιώνες -εκτός ίσως από κάποιους ραββίνους και ελαχιστότατους αρχαιολόγους που κατανooύσαν κάποια βιβλικά εβραϊκά-, όχι μόνο αναβίωσε και ανασυγκροτήθηκε αλλά και μέσα σε μία μόνο γενιά κατέστη μία πλήρης σύγχρονη γλώσσα ενός λαού κι ενός κράτους.
Το γεγονός αυτό είναι μία ζώσα πρόκληση και διεγείρει όχι μόνο φαντασιώσεις αλλά και εδραίους συλλογισμούς για ανάλογα εγχειρήματα. Γιατί πώς είναι δυνατόν το Ισραήλ, σε διάστημα μικρότερο της μίας γενιάς, να απέκτησε γλώσσα και μάλιστα σε μία τόσο ιδιόμορφη γραφή; Διά της παιδείας, διά της παιδείας, ήταν και είναι η μόνη απάντηση.
Η γενική εικόνα που μπορεί να 'χουμε σήμερα για την Ευρώπη και το γλωσσικό της ζήτημα, είναι περίπου αυτή της αλεξανδρινής, ρωμαϊκής και βυζαντινής, της ισπανικής ή και της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, όπου ένα πλήθος λαών με τις ιδιαίτερες γλώσσες και παραδόσεις του βρίσκεται σε αναζήτηση μιάς κοινής κι επίσημης γλώσσας που θα λειτουργεί μαζί και παράλληλα με τις ήδη υπάρχουσες.
Ι
Το ζήτημα έχει βέβαια στον ευρωπαϊκό ορίζοντα την προϊστορία του ήδη από το 1770, όταν ο Βολταίρος σε μία επιστολή του προς την Αικατερίνη της Ρωσίας την προτρέπει να ιδρύσει μια Ελληνική Ακαδημία και προφητεύει πως κάποια στιγμή η ελληνική γλώσσα θα καταστεί παγκόσμια γλώσσα.
Τον Βολταίρο ακολούθησε μετά από πενήντα χρόνια ο ακαδημαϊκός Κλώντ Φωριέλ (Claude Fauriel), που στην εισαγωγή του μνημειώδους έργου του που εκδόθηκε στο Παρίσι, Τα Δημοτικά Τραγούδια της Νέας Ελλάδος, χαρακτήρισε την ελληνική γλώσσα, ως την ωραιότερη της Ευρώπης, γιατί συγκεντρώνει τον πλούτο και την ομοιογένεια της γερμανικής, την σαφήνεια της γαλλικής, την μουσικότητα της ιταλικής και την λυγεράδα της ισπανικής.Μετά από μία εικοσαετία έρχεται ένα άρθρο του καθηγητή της Νομικής Μάρκου Ρενιέρη (διετέλεσε πρεσβευτής, καθώς και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), που πραγματεύεται τα Περί προορισμού του Ελληνικού Έθνους και της Ελληνικής Γλώσσης και θεωρούσε ότι η ελληνική γλώσσα θα μπορούσε να ήταν η μεγάλη προσφορά του ελληνισμού προς την διεθνή κοινότητα και ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή, για την οποία διέβλεπε ήδη από τότε κοινό μέλλον.
Δέκα χρόνια αργότερα (1864) ο Gustave d' Eichthal πρότεινε την χρήση της ελληνικής γλώσσας σε διεθνή κλίμακα γιατί όπως έγραψε είναι: une langue ayant tous les caractères remplissant toutes le condition d' une langue universelle (μία γλώσσα που έχει όλα τα χαρακτηριστικά και τις προϋποθέσεις μιας παγκόσμιας γλώσσας), τον ακολούθησαν οι Μ. Nefftzer και Fr. Düibner με τις εργασίες τους: Du Grec comme Langue International Universelle και De l' Usage Pratique de la Langue Grecque. Πολλοί ακόμα συνέχισαν τον ίδιο δρόμο τροφοδοτώντας την μυθολογία της ελληνικής ως υπέρτατης γλώσσας (της Γλώσσας των Θεών, όπως την είχε αποκαλέσει ο Κικέρων) και το περίεργο είναι ότι όλα αυτά συνέβησαν την ίδια περίοδο που έγινε η πλήρης αποκαθήλωση της λατινικής (ως μοναδικής γλώσσας παιδείας και επιστήμης) σε όλη την Ευρώπη και μετά μία πεντηκονταετία δημιουργούνταν μία νέα (τεχνητή γλώσσα), η Esperanto.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Μοντραί (στο Διεθνές Συνέδριο για μία Παγκόσμια Ομοσπονδιακή Οργάνωση), ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός είχε προτείνει την καθιέρωση της νεοελληνικής ως παγκόσμιας γλώσσας, συνδέοντάς την ταυτόχρονα με την Δελφική Ιδέα και τις Αμφικτιονίες.
Σήμερα όμως τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά και αυτό που για την ώρα προωθείται περισσότερο ή λιγότερο συστηματικά τόσο από τις χώρες μέλη, όσο και από την ίδια την Ένωση, αλλά και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι ο πολυγλωσσισμός κατά τα πρότυπα της Ελβετίας ή/και του Βελγίου. Οι Γάλλοι ωστόσο έχουν προωθήσει και επίσημα εσχάτως την ιδέα του πενταγλωσσισμού, ήτοι: γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά και ιταλικά.
Η συμβολή της πολυγλωσσίας στην διεύρυνση και εμβάθυνση της επικοινωνίας και της αλληλοκατανόησης, καθώς και την ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών, είναι οπωσδήποτε κάτι περισσότερο από σημαντική, αλλά η ύπαρξη μιας κοινής και ενιαίας γλώσσας, καθίσταται όλο και περισσότερο κάτι παραπάνω από απαραίτητη, είναι πλέον, εκ των ων ουκ άνευ αναγκαία.
|