|

Η ευρωπαϊκή γλώσσα Α΄
Άρθρο του Θανάση Ρεντζή
στο περιοδικό «Αντί» (www.anti.gr)
τεύχος 787 της 2ας Μαΐου 2003
(Αυτό είναι το πρώτο μέρος του άρθρου του
Θανάση Ρεντζή.
Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευθεί στην επόμενη έκδοση του δελτίου
μας)
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξελίχθηκε σταδιακά από την Ευρωπαϊκή
Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (Ε.Κ.Α.Χ.- 1951) με την συμμετοχή 6
χωρών (Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) που στην συνέχεια
μετεξελίχθηκε σε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ. –Συνθήκη
της Ρώμης 1957) και διευρύνθηκε το 1973 με την ένταξη 3 ακόμη
χωρών (Μ. Βρετανία, Δανία, Ιρλανδία) για να ακολουθήσει 8 χρόνια
αργότερα και η ένταξη της Ελλάδος – της οποίας η σύνδεση είχε
παγώσει (λόγω δικτατορίας) για πολλά χρόνια.
Η Ε.Ο.Κ. των 10 εμπλουτίζεται μετά μία πενταετία με τις χώρες
της Ιβηρικής Χερσονήσου (Ισπανία και Πορτογαλία) και το 1990 με
την επανένωση της Γερμανίας εντάσσεται και η ως τότε Λαϊκή
Δημοκρατία της Γερμανίας.
Το 1992 η Ε.Ο.Κ. των 12 χωρών προχωρεί στην αναθεώρηση της
Συνθήκης της Ρώμης με την διεύρυνση των πεδίων πολιτικής
εποπτείας και δικαιοδοσίας καθώς και την καθώς και την
μετονομασία της σε Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μετά τρία χρόνια υποδέχεται ακόμη τρία μέλη (την Αυστρία, την
Φινλανδία και την Σουηδία).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (των 15 πλέον χωρών), που αναπτύχθηκε σταδιακά
μέσα σε μία πεντηκονταετία, διατήρησε σταθερά την αρχική της
πολιτική περί ισοτιμίας των γλωσσών των κρατών μελών οι οποίες
αποτελούν και τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, που συνολικά
είναι αυτή την στιγμή 11: γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά,
ολλανδικά, δανικά, ελληνικά, ισπανικά, πορτογαλικά, φινλανδικά
και σουηδικά. Έτσι ένα τεράστιο σώμα μεταφραστών και διερμηνέων
αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της Ε.Ε. και η πόλη
των Βρυξελλών τους αναγνωρίζει ως μία ιδιαίτερη κοινωνική τάξη.
Αλλά ωστόσο τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο συναντά
κανείς σε διάφορα κέντρα συζητήσεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας
μία πρωτόγνωρη κατάσταση, όπου οι μετέχοντες έχουν δημιουργήσει
ένα ενδοεπικοινωνιακό περιβάλλον, το οποίο αν και αποτελείται
από εκπροσώπους όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν κάνει
ποτέ σχεδόν χρήση μεταφραστών ή διερμηνέων.
Συνήθως πρόκειται για επιτροπές, συμβούλια και όργανα που
λειτουργούν σε αναφορά με κάποια κοινοτικά προγράμματα ή
προτίθενται να αναγνωριστούν σαν πρωτοβουλίες στα πλαίσια της
Ευρωπαϊκής Ένωσης πάνω σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, καθώς και
για επαγγελματικές οργανώσεις και ομάδες κοινών συμφερόντων που
και στα καταστατικά τους ονόματα ορίζουν ως επίσημες γλώσσες τα
αγγλικά και τα γαλλικά και πολύ σπάνια κάποια άλλη γλώσσα, κι
αυτό μόνο στην περίπτωση που υπάρχει βαρύνουσα συμμετοχή κάποιας
ιδιαίτερης χώρας. Έτσι ένας τεράστιος όγκος υλικού από μελέτες,
αποφάσεις, εκθέσεις, ακόμα και λογιστικές καταχωρήσεις, δεν
υφίσταται παρά μόνο σε αυτές τις δύο γλώσσες.
Η κατάσταση αυτή, βέβαια, είναι εξ αντικειμένου αποτρεπτική για
την συμμετοχή όλων των υπόλοιπων Ευρωπαίων που δεν τυχαίνει να
γνωρίζουν και να χειρίζονται μία από τις δύο αυτές, ας πούμε
«γλώσσες εργασίας».
Το 55% των κοινοτικών εγγράφων συντάσσονται στα αγγλικά, το 44%
στα γαλλικά και το 1% στα γερμανικά, αλλά και οι διερμηνείες πια
έχουν αρχίσει να γίνονται μέσω μιας ενδιάμεσης γλώσσας (συνήθως
αγγλικά ή γαλλικά) γιατί ο αριθμός των διερμηνέων που θα
απαιτούνταν σήμερα (από όλες και προς όλες τις γλώσσες) είναι
110 διερμηνείς και αύριο θα φθάσουν τους 380.
Το γεγονός ότι η Επιτροπή και οι Διευθύνσεις της, τα Συμβούλια
Υπουργών και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν καθιερώσει την λύση
της μετάφρασης σε όλες τις κοινοτικές γλώσσες, δεν σημαίνει ότι
η λύση αυτή είναι πλέον ικανοποιητική. Πρωτίστως γιατί είναι
δυσχερής και επίπονη, συχνά όχι ακριβής και εξαιρετικά δαπανηρή,
γι' αυτό και δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ευρύτερα. Έτσι
εκ των πραγμάτων έχει σχεδόν επικρατήσει σε όλες τις άλλες
περιπτώσεις η χρήση των δύο προαναφερθεισών γλωσσών, ως
«γλωσσών εργασίας», γιατί είναι βέβαια και οι πλέον
διαδεδομένες στις υπόλοιπες χώρες.
Σήμερα στην Ευρώπη υπάρχουν καταγεγραμμένες περί τις 240
γλώσσες (γηγενείς και émigres) και καμμία τους δεν θα έπρεπε να
εξαφανισθεί γιατί μαζί της θα χάνονταν κι ένα μοναδικό κεφάλαιο
μνήμης και ιδιαίτερης κληρονομιάς.
Για παράδειγμα σε ένα σχολείο σε προάστιο του Παρισιού
παρατηρήθηκε ό,τι οι μητρικές γλώσσες των μαθητών έφθαναν τις
εξήντα, Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αυτονόητο πως θα
οξύνει το πρόβλημα ακόμα περισσότερο, καθώς οι 11 γλώσσες του
σήμερα γίνονται αύριο 20. Η μέχρι τώρα σταδιακή εξέλιξη της Ε.Ε.
με την ένταξη 1 έως 3 χωρών κάθε φορά δεν παρουσίασε ιδιαίτερα
προβλήματα, αλλά η ένταξη, δια μιάς, άλλων δέκα χωρών και 9 επί
πλέον γλωσσών δημιουργεί τοις πράγμασι όχι μόνον ποσοτικώς,
αλλά και ποιοτικώς μία εντελώς νέα κατάσταση. Δεν θα υπάρχει
πλέον κανένα περιθώριο στο να παραταθεί η υπάρχουσα
«εκκρεμότητα» όπου ανεπίσημη ευρωπαϊκή γλώσσα (όπως λέγεται)
είναι εκ των πραγμάτων η «αμερικανική».
Η καλή θέληση και η διάθεση για προώθηση των διαδικασιών
συνοχής και ανάπτυξης της ευρωπαϊκής συνεργασίας έχουν μέχρι
στιγμής μεταθέσει για το αύριο την λύση ενός προβλήματος που
κρίνεται πως δεν υπήρχαν μέχρι σήμερα οι κατάλληλες προϋποθέσεις
για την επίλυσή του. Αλλά ενώπιον της πρόσφατης διεύρυνσης που
από κάθε άποψη θεωρείται το Quantum Leap της Ευρώπης πια -και
όχι μόνον της Ε.Ε., καθώς δέκα χώρες εντάσσονται και
συντάσσονται σε ένα νέο ευρωπαϊκό κορμό που αφήνει πίσω του τα
τετελεσμένα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και διευρύνει τα ευρωπαϊκά
σύνορα ως και την Μέση Ανατολή.
Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κατ' εξοχήν
ποιοτικό άλμα που απαιτεί ανάλογες ρυθμίσεις στην δομή της
επικοινωνίας αυτού του νέου σώματος και πρωτίστως στην γλώσσα
που είναι ο πρωταρχικός φορέας της.
Οι δέκα χώρες που εντάσσονται είναι: Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχική
Δημοκρατία, Σλοβακία, Λιθουανία, Λεττονία, Σλοβενία, Κύπρος,
Εσθονία και Μάλτα, ενώ επίκειται και η ένταξη της Ρουμανίας και
της Βουλγαρίας κι ενδεχομένως σε μια προοπτική χρόνου ακόμη και
της Τουρκίας.
Η κατάσταση της μέχρι πρότινος γλωσσικής εκκρεμότητας, δεν είναι
πλέον εκ των πραγμάτων ανεκτή. Από την μία κοινοί θεσμοί, κοινή
νομοθεσία, ενιαία αγορά, κοινή πολιτική σε όλα σχεδόν τα πεδία
και τους τομείς οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας,
αγροτικά, βιομηχανικά, ναυτιλιακά, υπηρεσίες και επικοινωνίες ως
τον πολιτισμό, κοινά σύμβολα, σημαία και ύμνος, κοινό νόμισμα
και οσονούπω σύνταγμα, και από την άλλη διαφορετικές γλώσσες,
δεν είναι λογικό ή, τουλάχιστον, δεν θα μπορεί να συμβαίνει για
πολύ καιρό ακόμη.
Κατανοεί κανείς πως το πιο ουσιώδες στοιχείο ταυτότητας ενός
λαού είναι η γλώσσα του και για αυτό δεν μπορεί να το
απαλλοτριώσει έστω κι αν αισθάνεται την αναγκαιότητα ενός
ενιαίου γλωσσικού οργάνου σε μία ευρύτερη κοινότητα, στην οποία
ο ίδιος επέλεξε να συσσωματωθεί, αλλά κάποια στιγμή το ζήτημα
θα πρέπει να αντιμετωπισθεί και από την σκοπιά της συμβολής και
όχι μόνο της αναβολής.
Η αναβλητικότητα που εκφράζει κάθε επίσημη πτυχή της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, έχει δώσει έναυσμα σε αρκετές πρωτοβουλίες να
διατυπώνουν σκέψεις, να κάνουν προτάσεις ή ακόμα και να
προτείνουν για τον σκοπό αυτό τεχνητά γλωσσικά ιδιώματα, σαν την
Glosa, που όπως και η Esperanto παλαιότερα, προσπαθούν να
υποκαταστήσουν το όραμα μιας γλώσσας σαν την Αλεξανδρινή Κοινή ή
την Λατινική.
Η καθιέρωση μιας κοινής ευρωπαϊκής γλώσσας με κανένα τρόπο δεν
καταργεί τις ήδη υπάρχουσες, απλώς δημιουργεί τις ουσιαστικές
προϋποθέσεις συνοχής και κοινής αναφοράς που είναι κάτι
περισσότερο από απαραίτητη σε κάθε οργανωμένη κοινωνία. Γιατί
αλήθεια πώς αποκαλείται η Ευρώπη (ιδίως από τρίτους); ΕΥΡΩΠΗ, EUROPΑ, EURÔPE, EUROPE ή άλλο τι; Ποιο είναι το
παράγγελμα και
πώς η καλημέρα των Ευρωπαίων; Η ισότιμη συμμετοχή των κρατών,
που ως τώρα ήταν ο βασικότερος εξισορροπιστικός παράγων, εκ των
πραγμάτων θα ατονεί σταδιακά υπέρ της ισότιμης συμμετοχής των
πολιτών.
|