www.esperanto.gr   Ελληνικά  Esperante

 

Esperantujo

 

Η γλωσσική μας ποικιλία

 

Το "ευρωπαϊκό έτος γλωσσών 2001" κοντεύει να τελειώσει και κανείς δεν φαίνεται να ασχολείται με τις "άλλες" γλώσσες που μιλιούνται στην Ελλάδα. Την τιμή των όπλων σώζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πανελλαδική έρευνα της V-PRC, που φέρνουμε σήμερα για πρώτη φορά στην δημοσιότητα.

 

Η χρονιά που διανύουμε έχει κηρυχθεί από την Ε.Ε. και το Συμβούλιο της Ευρώπης «ευρωπαϊκό έτος γλωσσών». Σύμφωνα με το σχετικό επεξηγηματικό υλικό, στόχος αυτής της κίνησης είναι «ο εορτασμός της γλωσσικής ποικιλίας της Ευρώπης» και η υποστήριξη της εκμάθησης περισσότερων γλωσσών από τους ευρωπαίους πολίτες, με βάση την αντίληψη ότι «η γλωσσική ποικιλία αποτελεί στοιχείο κλειδί για την πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης και για το μέλλον της» και «όλες οι γλώσσες που ομιλούνται στην Ευρώπη αποτελούν μέρος της πολιτιστικής της κληρονομιάς και του μέλλοντός της». Οι παραπάνω διατυπώσεις, διευκρινίζεται, δεν αφορούν μόνο τις επίσημες γλώσσες των ευρωπαϊκών κρατών αλλά κάθε όργανο γλωσσικής επικοινωνίας -των «περιφερειακών, μειονοτικών, κλασικών και νοηματικών γλωσσών» συμπεριλαμβανομένων.

 

Συμμετέχοντας, με τον τρόπο μας, σ’ αυτόν τον εορτασμό, δημοσιεύουμε σήμερα τα αποτελέσματα μιας πρωτότυπης έρευνας που πραγματοποίησε τον Σεπτέμβριο στην χώρα μας η γνωστή εταιρεία δημοσκοπήσεων V-PRC. Θέμα της, η ομιλία (ή έστω κατανόηση) μειονοτικών γλωσσών και τοπικών διαλέκτων της ελληνικής από τους σημερινούς Έλληνες πολίτες και τους άμεσους προγόνους τους. Πρόκειται για τμήμα της τακτικής έρευνας που πραγματοποιεί -για ποικιλία θεμάτων- κάθε εξάμηνο η συγκεκριμένη εταιρεία, και το οποίο φέτος επεκτάθηκε, με την ευκαιρία του «ευρωπαϊκού έτους», και σε ζητήματα γλωσσικής-πολιτισμικής ποικιλομορφίας. Ως δείγμα χρησιμοποιήθηκαν, με προσωπικές συνεντεύξεις, 1.200 νοικοκυριά σε όλη την χώρα. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι -για τεχνικούς και ουσιαστικούς λόγους- δεν στάθηκε δυνατό να περιληφθούν σε αυτή τα (πομακόφωνα και τουρκόφωνα) μειονοτικά χωριά της Θράκης.

 

Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαίωσαν δύο φαινομενικά αντιφατικές τάσεις. Από την μια, η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων (98 %) δήλωσαν αυθόρμητα (σε ανοιχτή ερώτηση, χωρίς προκαθορισμένη λίστα επιλογών) ως μητρική τους γλώσσα την ελληνική. Από τους υπόλοιπους, ένα 0,4% την ρωσσική, άλλοι τόσοι την ποντιακή, 0,3% την τσιγγάνικη, 0,2% την τουρκική, από 0,1% την κυπριακή, την αλβανική, την γαλλική και την βλάχικη, ένα 0,2% έδωσε διάφορες άλλες απαντήσεις και 0,3% δεν απάντησαν. Από την άλλη, ωστόσο, στην κλειστή ερώτηση (με προκαθορισμένο πίνακα) σχετικά με την γνώση και ομιλία άλλων «τοπικών διαλέκτων ή γλωσσών», ένα 30% των ερωτηθέντων απάντησε θετικά. Το 17,2% των απαντήσεων αφορά διάφορες ελληνικές διαλέκτους (κρητικά, κυπριακά, σαρακατσάνικα, ποντιακά, κ.ά.), ενώ ένα 12,1% μη ελληνικές γλώσσες και διαλέκτους (τουρκικά, ρωσσικά, αρβανίτικα, σλαβομακεδονικά, βλάχικα, ιταλικά, βουλγαρικά κ.λπ.).

 

Τα ποσοστά αυτά αυξάνονται σε σημαντικό βαθμό όταν πρόκειται για γλώσσα ή τοπική διάλεκτο που οι ερωτώμενοι «δεν μιλούν, αλλά καταλαβαίνουν» - επειδή αυτή ομιλείται (ή ομιλούταν) σε αξιοσημείωτο βαθμό στο άμεσο κοινωνικό τους περιβάλλον (η περίπτωση της ιταλικής, που διδάσκεται μαζικά σε φροντιστήρια, αποτελεί προφανώς την εξαίρεση στον κανόνα, όπως δείχνουν και τα εξαιρετικά ψηλά ποσοστά της στην περιοχή της πρωτεύουσας). Το ποσοστό των ελληνικών διαλέκτων ανεβαίνει εδώ στο 33,1% και των μη ελληνικών στο 17,4%. Με δυο λόγια, σχεδόν ένας στους τρεις από τους ερωτηθέντες (29,5%) δήλωσε ότι μιλά ή καταλαβαίνει κάποια από τις συγκεκριμένες γλώσσες - κάτι παραπάνω από ένας στους τέσσερις (26,2%), αν εξαιρέσουμε τα ιταλικά.

 

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η γεωγραφική διασπορά των απαντήσεων. Οι γνώστες και ομιλητές της αρβανίτικης, λ.χ., είναι συγκεντρωμένοι στην Αττική, την υπόλοιπη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Αυτοί των βλάχικων στην Κεντρική Μακεδονία, την Θεσσαλία και την Ήπειρο, των σλαβομακεδονικών στην Δυτική και δευτερευόντως στην Κεντρική Μακεδονία, των τουρκικών στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Ενδιαφέρουσα είναι η συγκέντρωση όσων καταλαβαίνουν τα πομάκικα αποκλειστικά και μόνο στην περιοχή της πρωτεύουσας (πρόκειται, κατά πάσα πιθανότητα, για εσωτερικούς μετανάστες από την Ροδόπη) και -αντίστροφα- των τσιγγάνικων στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Όσο για τα ρωσσικά, η συγκέντρωση των ομιλητών τους (αλλά και όσων τα καταλαβαίνουν) ως επί το πλείστον στα πολεοδομικά συγκροτήματα Αθήνας και Θεσσαλονίκης θα πρέπει να ερμηνευτεί με δυο εναλλακτικούς τρόπους: σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να βρισκόμαστε μπροστά σε ρωσσόφωνους «παλιννοστούντες» από την πρώην ΕΣΣΔ, ενώ σε κάποιες άλλες μπροστά σε «γηγενείς» που έμαθαν τα ρωσσικά με τον κλασικό τρόπο, ως ξένη γλώσσα και πρόσθετη επικοινωνιακή δεξιότητα.

 

Μια επισήμανση είναι εδώ απαραίτητη, όσον αφορά την σημασία των στοιχείων που προκύπτουν από την έρευνα. Αυτό που η σφυγμομέτρηση της V-PRC πιστοποιεί με το σαφέστερο δυνατό τρόπο, είναι η αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα της παράλληλης ομιλίας αυτών των γλωσσών με την ελληνική, σήμερα, στην χώρα μας. Σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει, ωστόσο, να θεωρήσουμε τους συγκεκριμένους αριθμούς ως αντιπροσωπευτικούς των αντίστοιχων πραγματικών συνολικών μεγεθών, ιδίως όσον αφορά τις λεγόμενες «λιγότερο διαδεδομένες» (ή «μειονοτικές») γλώσσες. Για μια σειρά λόγους, ο αριθμός των ελλήνων πολιτών που γνωρίζουν, μιλούν ή καταλαβαίνουν αυτές τις γλώσσες δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε μια τέτοια έρευνα με την ίδια αξιοπιστία που καταγράφεται λ.χ. το ποσοστό εκμάθησης και ομιλίας της αγγλικής, της γαλλικής ή της γερμανικής -διαδικασία κοινωνικά ρυθμισμένη και η οποία υπακούει σε ενιαίους λίγο-πολύ κανόνες σε όλη την επικράτεια.

 

Πρώτα και κύρια, οι «λιγότερο ομιλούμενες» γλώσσες, ως κατάλοιπα μιας παραδοσιακής γλωσσικής-πολιτισμικής ετερότητας, παρουσιάζουν κατά κανόνα μεγάλο βαθμό συγκέντρωσης σε συγκεκριμένες περιοχές -ακόμη και οικισμούς- με αποτέλεσμα να αυξάνεται γεωμετρικά η πιθανότητα στατιστικών αποκλίσεων όταν το δείγμα είναι απλώς αντιπροσωπευτικό (και, οπωσδήποτε, μικρό). Ας πάρουμε, λ.χ., την χαρακτηριστική περίπτωση των 9 ατόμων που ρωτήθηκαν από την έρευνα που μελετάμε στα βόρεια της πρωτεύουσας (ως αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού της περιοχής, σε σχέση με αυτόν της χώρας). Ένας ανάμεσά τους γνωρίζει τουρκικά, τα οποία μιλούσε και ο πατέρας του, με αποτέλεσμα η ομιλία της γλώσσας στην συγκεκριμένη περιοχή να «πιάσει» το (εξωπραγματικό) 11,1%. Ευτυχώς, βέβαια, η πραγματικότητα αποκαθίσταται όταν κάνουμε την σύγκριση με το γεγονός ότι το ποσοστό του ίδιου δείγματος που «δεν μιλά, αλλά καταλαβαίνει» την εν λόγω γλώσσα είναι μηδέν τοις εκατό: κατά πάσα πιθανότητα, μιλάμε για ατομική περίπτωση και όχι για αντιπρόσωπο του σκληρού πυρήνα μιας δίγλωσσης πληθυσμιακής ομάδας. Εξίσου αποκαλυπτική είναι η σχέση των ίδιων ερωτηθέντων με τα αρβανίτικα, που ομιλούνται παραδοσιακά στην συγκεκριμένη περιοχή: τρεις στους εννιά (33,3%) είχαν πατέρα αλβανόφωνο, κανένας όμως (και) μητέρα -με αποτέλεσμα κανείς τους να μη μιλά την γλώσσα και μόνο ένας να την καταλαβαίνει. Η στατιστική απόκλιση από την πραγματικότητα (με όλη την ποικιλία των πιθανών συνδυασμών) είναι προφανής.

 

Ένας δεύτερος παράγοντας στρέβλωσης έχει να κάνει όχι με τις αναπόφευκτες τεχνικές αδυναμίες κάθε στατιστικής έρευνας, αλλά με την διαθεσιμότητα των ερωτώμενων να πουν την αλήθεια πάνω σε ζητήματα στα οποία η κυρίαρχη ιδεολογία της κάθε εποχής έχει προσδώσει έντονα θετική ή αρνητική φόρτιση. Οι διψήφιοι αριθμοί όσων δηλώνουν ότι μιλάν ή έστω καταλαβαίνουν τα αρβανίτικα, αποκαλύπτουν μια πολύ μεγαλύτερη άνεση σε σχέση με αντίστοιχη παραδοχή για τα βλάχικα, τα σλαβομακεδονικά ή -πολύ περισσότερο- τα βουλγαρικά. Δεδομένου ότι εμπειρικά δεν επιβεβαιώνεται μια τόσο μεγάλη διαφορά ζωτικότητας μεταξύ των παρά πάνω «λιγότερο ομιλούμενων» γλωσσών, κατά πάσα πιθανότητα έχουμε να κάνουμε με παράπλευρες επιπτώσεις της σημασίας που δίνουν στις συγκεκριμένες γλώσσες οι κρατικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί τις τελευταίες, τουλάχιστον, δεκαετίες: για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους, η αρβανίτικη γλώσσα δεν έχει σημαδευτεί από τις αρνητικές συνδηλώσεις των άλλων, και ως εκ τούτου «δηλώνεται» πολύ πιο εύκολα.

 

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό όταν μελετήσουμε τους δύο άλλους πίνακες, που δημοσιεύουμε, και οι οποίοι έχουν να κάνουν με την κατανομή κατά φύλο και ηλικία των δηλώσεων σχετικά με την γλωσσομάθεια της μητέρας ή του παππού των ερωτηθέντων. Στην περίπτωση των γυναικών, λ.χ., είναι ορατή μια σχετική υποτίμηση των «λιγότερο ομιλούμενων» γλωσσών, σε σχέση με τις αμιγώς ελληνικές διαλέκτους ή τις ξένες εκείνες γλώσσες που είναι επενδεδυμένες με αδιαμφισβήτητα θετικό κύρος (όπως τα ιταλικά). Ακόμη σαφέστερα είναι ωστόσο τα πράγματα με τις ηλικίες: το ποσοστό των ηλικιωμένων λ.χ. που δηλώνει ότι κάποιος παππούς του μίλαγε σλαβομακεδονικά, είναι πολύ μικρότερο από εκείνο των μεσήλικων! Στην περίπτωση δε των βλάχικων, η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας είναι σαφέστερη στις μικρές ηλικίες (18-44 ετών) - γεγονός που οπωσδήποτε συνδέεται με το γεγονός ότι δίνεται εκ νέου κάποια θετική προσοχή στην σημασία της χρήσης της βλάχικης γλώσσας τις τελευταίες δεκαετίες. Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει με τα τουρκικά, η «παραδοχή» των οποίων φθίνει από γενιά σε γενιά.

 

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι μόνο μια καθολική απογραφή πληθυσμού θα μπορούσε (με την επιφύλαξη, βέβαια, των παρά πάνω αυτολογοκριτικών κρουσμάτων) να καταγράψει με κάποια ακρίβεια την κατάσταση των «λιγότερο ομιλούμενων» σήμερα στην χώρα μας γλωσσών και τοπικών ιδιωμάτων. Κάτι τέτοιο, όμως, έχει να γίνει εδώ και μισό ακριβώς αιώνα: η τελευταία επίσημη κρατική απογραφή που περιέλαβε το ερώτημα της μητρικής γλώσσας (αλλά και της «ομιλούμενης συνήθως») ήταν αυτή του 1951. Ακόμη και τότε, ωστόσο, τα δεδομένα που δόθηκαν (σε επίπεδο νομού, και όχι οικισμού) εμφανίζουν έντονα στοιχεία χάλκευσης - όπως άλλωστε και αυτά της αμέσως προηγούμενης απογραφής, του 1928). Η μοναδική άλλωστε απογραφή που έθεσε αναλυτικά ερωτήματα σχετικά με την γλωσσομάθεια των πολιτών του ελληνικού κράτους, αυτή του 1920, κρατήθηκε σε μεγάλο βαθμό απόρρητη ακριβώς λόγω της απροθυμίας των αρμοδίων να προχωρήσουν στην αναπόφευκτη -τότε- «επίσημον αναγνώρησιν και αποκάλυψιν πλειοψηφίας ξενοφώνων και δη Σλαυοφώνων εν Μακεδονία» (όπως ομολογεί σε αναφορά του της 31.3.23 προς την Γενική Διοίκηση Μακεδονίας ο τότε γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών, Πέτρος Λεκκός).

 

Τα αμυντικό σύνδρομο που μας κληροδότησε αυτή η μακρινή εποχή εξακολουθεί άλλωστε να είναι ζωντανό στην χώρα μας – μόλον ότι, ύστερα από οκτώ δεκαετίες, όχι μόνο η χρήση της ελληνικής έχει εμπεδωθεί σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, αλλά και η γλωσσική-πολιτισμική ποικιλομορφία έχει συρρικνωθεί αισθητά. Το αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, η τύχη που επιφυλάχθηκε σχετικά πρόσφατα σε όσους επιχείρησαν να ανοίξουν την δημόσια συζήτηση γύρω από τις «λιγότερο ομιλούμενες» γλώσσες της ελληνικής επικράτειας. Εν έτει 1998, η διοργάνωση από το ΚΕΜΟ στην Λάρισα μιας διημερίδας για τα βλάχικα (στην οποία είχαν κληθεί και πήραν μέρος έλληνες και ξένοι ερευνητές και πανεπιστημιακοί, ασχολούμενοι με το ζήτημα, καθώς και εκπρόσωποι των διαφορετικών τάσεων που σημειώνονται στο εσωτερικό της εν λόγω πληθυσμιακής ομάδας) διαλύθηκε βίαια από τον ακροδεξιό «Πατριωτικό Σύνδεσμο Θεσσαλίας», υπό τις επιδοκιμασίες μεγάλης μερίδας του τοπικού αλλά και του αθηναϊκού Τύπου. Όπως έχουμε γράψει δε επανειλημμένα, στις 2 Φεβρουαρίου 2001, το τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον αρχιτέκτονα Σωτήρη Μπλέτσα σε 15 μήνες φυλακή και πρόστιμο 500.000 δρχ. για «διασπορά ψευδών ειδήσεων», επειδή «διένειμε» τον επίσημο χάρτη του Ευρωπαϊκού Γραφείου για τις Λιγότερο Ομιλούμενες Γλώσσες (EBLUL), θεσμού της Ε.Ε. που λειτουργεί με απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου και χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπου «ψευδώς» αναφέρεται ότι στην χώρα μας «εκτός από τα ελληνικά και παράλληλα με αυτά» ομιλούνται επίσης από γηγενή πληθυσμό τα τουρκικά, τα πομάκικα, τα σλαβομακεδονικά, τα αρβανίτικα και τα βλάχικα.

 

Ήταν κι αυτός ένας τρόπος να εορτάσει το ελληνικό κράτος το «ευρωπαϊκό έτος γλωσσών» -με τον τρόπο του. Και να καταστήσει απαραίτητες τις έρευνες όπως αυτή της V-PRC, που παρουσιάζουμε σήμερα, και η οποία αποκαλύπτει για μια ακόμη φορά τα αυτονόητα...

 

Διαβάστε

 

  1. Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων «Γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα» (Αθήνα 2001, εκδ. Αλεξάνδρεια). Τα πρακτικά τεσσάρων συνεδρίων που πραγματοποιήθηκαν το 1998 στην Αθήνα, την Λάρισα και την Κομοτηνή, με θέμα τις βασικές μειονοτικές γλώσσες του ελλαδικού χώρου (τουρκικά, πομάκικα, σλαβομακεδονικά, βλάχικα, αρβανίτικα).
    Η θεματολογία καλύπτει τα δημογραφικά και ιστορικά στοιχεία κάθε γλώσσας, το σημερινό επίπεδο της χρήσης της και την στάση του κράτους -αλλά και των ίδιων των ομιλητών- απέναντί της.
  2. INRA (Europe) «Eurobaromètre 54 Spécial. Les Européens et les langues» (Βρυξέλλες 20001, Direction Générale de l’ Education et de la Culture).
    Σφυγμομέτρηση της σχέσης των πολιτών της Ε.Ε. με τις ξένες γλώσσες, που έγινε στα πλαίσια του εορτασμού του αντίστοιχου ευρωπαϊκού έτους.
  3. European Commission: «Euromosaic The production and reproduction of the minority language groups in the European Union», (Βρυξέλλες-Λουξεμβούργο 1996, εκδ.: Office for Official Publications of the European Communities).
    Μια πρώτη καταγραφή των μειονοτικών γλωσσικών ομάδων της Ε.Ε. από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής. Όσον αφορά την Ελλάδα, δίνονται κατά προσέγγιση οι παρά κάτω εκτιμήσεις: περίπου 100.000 ομιλητές της τουρκικής, 75.000 της σλαβομακεδονικής, 30.000 της βουλγαρικής (Πομάκοι), 80.000 της αλβανικής (Αρβανίτες) και 50.000 της βλάχικης.

 

Δείτε

 

Η Βαβυλωνία του Γιώργου Διζικιρίκη (1970). Η ποικιλία των ομιλούμενων διαλέκτων στην επαναστατημένη Ελλάδα του 1827 προκαλεί επικίνδυνες παρεξηγήσεις μεταξύ των συνδαιτυμόνων ενός εστιατορίου. Κινηματογραφική μεταφορά της κλασικής σάτιρας του Βυζάντιου, που είχε σκοπό την προπαγάνδα υπέρ της «ενιαίας εθνικής γλώσσας».

(Ελευθεροτυπία, 21/10/2001)

 

www.iospress.gr

http://www.iospress.gr/ios2001/ios20011021.htm

 

Γνωρίστε τον κόσμο - Ανακαλύψτε την Εσπεράντο